Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Αμφιβολία

Έτσι είναι το παιχνίδι που λέγεται ζωή...

Άλλοτε κερδίζεις κι άλλοτε χάνεις, σημασία έχει όμως να παίξεις.
Τα πάνω κάτω έρχονται ή ακριβέστερα τα κάτω έρχονται πάνω. Κάποια στιγμή θα συμβεί και αυτό. Είναι προδιαγεγραμμένο. Μέσα στο βάθος του χάους των ματιών σου καθρεφτίζονται τα σκόρπια όνειρα μου. Στον κρυμμένο πόνο του γέλιου σου αντικατοπτρίζεται το γιατί που είναι κρεμασμένο στην άκρη των βλεφάρων μου. Κι από κάτω τυχάρπαστες κολακείες που βρήκαν πρόσφορο έδαφος να εκφραστούν.

Έτσι είναι το παιχνίδι που λέγεται ζωή...

Ρίξε νερό στο μύλο τους. Ρίξε λάδι στη φωτιά τους. Φούντωσε τα όνειρα τους, φούσκωσε κι άλλο τα αλλοπαρμένα μυαλά τους. Έτσι κι αλλιώς είναι μικροί για να κατανοήσουν. Έτσι κι αλλιώς είναι απαίδευτοι. Μια μέρα δική μου γεμάτη χάος δεν θα την άντεχαν λεπτό. Κι όμως, ακόμα κι έτσι, δεν θα τους την χαρίσω. Οι μέρες τούτες είναι όλες δικές μου. Μια προς μια. Λεπτό με το λεπτό. Δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο.

Μα έτσι είναι το παιχνίδι που λέγεται ζωή...

Περαστικοί περνούν κι ακούν τη μουσική τους. Εκλάμψεις μαγευτικές αλλοπρόσαλλων φώτων εκρήγνυνται στο μυαλό μου. Λουλούδια ανθισμένα σιγά σιγά μαραίνονται. Μη μου ζητάτε εξηγήσεις. Είναι τα προφανή και τ' αυτονόητα δικά σας που δεν καταλαβαίνω. Είναι τα προφανή και αυτονόητα δικά μου που δεν κατανοείτε. Μα καλύτερα έτσι. Από την ψηλή κορφή ενός βουνού ο βοσκός μας βλέπει και γελάει. Τυλίγεται με την κάπα του, μας φτύνει και ξαναγυρνάει στα πρόβατα του απορημένος με τις υπάρξεις μας.

Μα έτσι είναι το παιχνίδι που λέγεται ζωή.

Τι κι αν περάσαν τα χρόνια; Μυστηριακά άστρα φωτίζουν τον ουρανό μας. Η ζέστη του απομεσήμερου κάνει την εμφάνιση αποχαυνώνοντας τους πάντες. Χημικές ενώσεις στα κεφάλια μας δημιουργούν παράδοξες εικόνες. Κρεμασμένα στους τοίχους τα πορτρέτα αλλοτινών καιρών και μουσικές με διάφορα είδη παπαγάλων να επαναλαμβάνουν τα λόγια...

Μα είναι έτσι τελικά το παιχνίδι που λέγεται ζωή;

Φωτογραφία: Brassai


Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Κενότητα

Κάθομαι ήσυχος στη γωνιά μου, παρατηρώντας το κενό. Άνθρωποι γύρω μου άδειοι να λάμπουν με την κενότητα τους στους φωτεινούς ουρανούς που είναι ανάξιοι να θαυμάσουν. Ξέρω πως το γκρέμισμα των ειδώλων, η διάλυση κάθε είδους ηθικής, αργεί πολύ ακόμα για να έρθει. Το ποτάμι του ψεύδους και της ματαιοδοξίας καιροφυλακτεί να πλημμυρίσει τα αγνά, αρχέγονα ένστικτα του είδους μας.

Οι μεταφυσικές ελπίδες των καιρών μας στέκουν ακόμα ζωντανές. Ο θεός τους δεν έχει ακόμα πεθάνει. Ζουν απομονωμένα στη ζούγκλα τους νομίζοντας οι ανόητοι πως κατέχουν την απόλυτη, τη μοναδική αλήθεια. Πόσα χρόνια ακόμα τους μένουν να περάσουν μέσα στην πλάνη τους; Πόσες αιωνιότητες ακόμα θέλουν να διαβούν; Πόσα ακόμα ηλιοβασιλέματα θα πάνε χαμένα στο τέρμα των ονείρων τους;

Ζούμε στην κοινωνία που ακόμα δεν έχει αντιληφθεί πως καταρρέει. Δεν έχει κατανοήσει ότι δεν αναπνέει τον αέρα της ελευθερίας αλλά ότι απλά βγάζει τον επιθανάτιο ρόγχο της. Και εμείς ακόμα εδώ, και εμείς ακόμα εκεί.

Στεκόμαστε απλοί παρατηρητές της πλημμύρας που έρχεται. Της επερχόμενης λάβας εκρηγνυόμενου ηφαιστείου που θα απολιθώσει τα κορμιά τους. Μα πώς να μπορέσουν επιτέλους οι μικροί και ασήμαντοι να δουν; Πώς να μπορέσουν να κατανοήσουν; Αφού τα μάτια τους βολεύτηκαν και αυτά μεσ' την βολή τους.

Όλα τριγύρω είναι φαινόμενα μα στην ουσία, στον πυρήνα της ουσίας, βρίσκεται το απόλυτο κενό. Τίποτα δεν είναι. ίσως να μην υπάρχει καν ουσία, ίσως να μην υπάρχει καν πυρήνας. Ίσως να είναι απλά ένα μαθηματικό θεώρημα που περιμένει την απόδειξη και εφαρμογή του. Ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα, που κανείς δε γνωρίζει πόσο θα τραβήξει, πόσο ακόμα θα συνεχίσει να απλώνεται στο χωροχρόνο.

Μικρά ετοιμοθάνατα αστέρια που εκλιπαρούν για μια ακόμα ανάσα. Μα ο δρόμος δεν έχει επιστροφή.  Από τη στιγμή που διαλέχτηκε πρέπει να βιωθεί. Μονάχα που να, μέσα στο απόλυτο κενό αχνοχαράζει. Ακούγονται τα πρώτα πουλιά να κελαηδούν. Κι αν μέσα στον παγερό χειμώνα υπάρχει ένα λουλούδι που ανθίζει, αν μέσα στους καιρούς της λήθης ξεπηδούν αναμνήσεις, αν η καθημερινότητα δεν είναι μια ρουτίνα και ακόμα και αν υποπίπτει κανείς στο αμάρτημα της καθόδου στη σαπίλα, δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας.

Πάντα έτσι θα γυρνούν τα πράγματα και πάντα έτσι θα κυλάει ο χρόνος. Πάντα θα υπάρχουν λίγοι και πολλοί. Το ζήτημα είναι σε ποια πλευρά είναι κανείς και αν αυτό είναι ή όχι επιλογή του.

Ώρα να φεύγουμε. Η καθημερινότητα μας καλεί. Δυστυχώς ή ευτυχώς πρέπει και αυτή να βιωθεί.

Φωτογραφία: Henri Cartier-Bresson

Παράδοξη πρόβα

Παραπατώ παραμένοντας παραμελημένος από τα παραστρατήματα των παραδοσιακών και απροσδόκητα παραβολεμένων ανθρώπων, παρακαλώντας τις παραδόσεις των νωχελικών με όλες τις παραφυάδες τους, να παραβλέψουν την παραδοχή του άφθαρτου και άφθαστου γίγνεσθαι.

Παρατηρώ τους παραμελημένους να παραμένουν παραδοσιακοί μέσα στη φθορά τους προσπαθώντας να παρακολουθήσουν την επερχόμενη παράδοξη αλλαγή που θα παρασύρει τις παροτρύνσεις τους στον Καιάδα της παραδεκτής ηθικής τους.

Παραμένω σαν γράμμα ανάμεσα στ' Όμικρον και το Ρω, μια πρόβα της στιγμής από την σταγόνα που θα σημάνει την πρώτη καταιγίδα, από τον κεραυνό που θα παρασύρει με τη δύναμη του την άδεια καθημερινότητα τους.

Παραμένω μια παράδοξη, μια παράκαιρη, μια τελική πρόβα, πριν το πολύχρωμο ηλιοβασίλεμα...

Φωτογραφία: Andre Kertesz

Αρχέτυπο

Πόσο αξίζει μια στιγμή ελευθερίας
πόσο τα θέλω μου να στήσουνε γιορτή;
Μεσ' το κυνήγι της ανούσιας ουσίας
φάρμακο ρίχνω για να κλείσει η πληγή

Ξέρω χαμένος βρίσκομαι παραπατώντας
γι'αυτό κι αφήνω την ψυχή μου στο χαρτί
μα κάποια βράδια σκοτεινά παραμιλώντας
αναρωτιέμαι πως τα έφερε η ζωή

Έχω τ'αστέρι μου στα βάθη της ψυχής κρυμμένο
είναι ντυμένο με πορφύρα της αυγής
μα να τ' αγγίξω δε μπορώ είναι ατσάλι πυρωμένο
κι έτσι αφήνομαι στα χρώματα της γης

Ταξιδεμένος σε όνειρα χαμένος
μέσα στο χάος του μυαλού μου τριγυρνώ
κι είναι οι μέρες πονηρές κι ας είμαι μπερδεμένος
και ότι δε μ'αγγίζει πλέον προσπερνώ

Όταν τ' αστέρια κατεβαίνουνε στη γη
είναι στ' αλήθεια κάτι μαγικό
κι είναι τα μάτια που μιλάνε στη σιγή
και ξέρω ότι σκέφτεσαι όσα και εγώ

Και έρχεται ο φόβος ο μεγάλος που ορίζει
κάθε μου λέξη, κάθε σκέψη και στιγμή
μα όταν κάπου-κάπου ξεστρατίζει
τότε αφήνεται ελεύθερη η ψυχή

Τι να μου πούνε όλοι τους εμένα
που έζησα όσα δεν είχα φανταστεί
μα ειν' δυο μάτια που κοιτούν, αγαπημένα
και μου θυμίζουν όσα έχω μοιραστεί

Είναι ο πόνος, το δάκρυ και η χαρά μας
ό,τι σε πείθει πως αξίζει να το ζεις
είναι κι οι συναντήσεις μέσα στα όνειρα μας
κι η Τέχνη καταφύγιο που ψάχνεις να σωθείς

Τι να μου πουν εμένα και τα φίδια
άνθρωποι που γνωρίσαμε στου δρόμου τη στροφή
είναι και εκείνοι μια από τα ίδια
και ξέρω πως αισθάνεσαι την ίδια αποστροφή

Μα εγώ θα συνεχίζω το δρόμο το δικό μου
μονάχα έτσι αξίζουν οι στιγμές
ξέρω πως δε το διάλεξα, ίσως το γραφτό μου
που όρισε το αύριο μέσα από το χτες

Κι όσο θα αναλώνομαι θα ψάχνω το εγώ μου
ταξιδεμένος σε σώμα και ψυχή
και θα κρατάω μέσα μου πολύτιμο φυλαχτό μου
κάθε άσχημη και όμορφη στιγμή

Κι αν όσα έζησα ήταν ένα ποίημα
λείπει ακόμα η τελευταία του στροφή
μπορεί και να μη μάθουμε ποτέ το τίμημα
μα έτσι δικαιωνόμαστε
μέσα απ΄την καταστροφή...

Φωτογραφία: Andre Kertesz

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Το μαχαίρι


Βγάζω κάθε μέρα το μαχαίρι λίγο-λίγο απ'την καρδιά μου. (Μήπως στ' αλήθεια το μπήγω πιο βαθιά;)
Και προσπαθώ ακόμα να ξεμπλέξω από τα φύκια που μου κλείνουν το στόμα, από τις ενοχές που ακόμα κουβαλώ.

Μα οι σκέψεις είναι πουλιά διαβατάρικα που δεν ορίζεται ο προορισμός τους. Και γω το προσπαθώ και συ το προσπαθείς.
Φτάνει στ' αλήθεια η προσπάθεια μοναχά; Η εξιλέωση δεν βρίσκεται μέσα από το γραπτό.
(Μήπως στ' αλήθεια κρύβεται εκεί;)

Και η ανάμνηση του πελάγου, του κύματος που σκάει στο βράχο να είναι τόσο μαρτυρική. Το πρώτο δάκρυ εκεί στην είσοδο της νέας ζωής να αυλακώνει ακόμη τα πρόσωπα μας.
Και οι φοβίες, αυτές οι φοβίες που σε πλακώνουν και ανάσα δε σε αφήνουν να πάρεις. Τόσο σκληρές που έρχονται από το πουθενά.
(Μήπως στ' αλήθεια έρχονται από μέσα;)

Βάζω στην αλυσίδα μου καρφιά για να ματώσω. Δε φτάνει ο πόνος μοναχά. Ό,τι κι αν δε σκέφτομαι όσα κι αν ξεχρεώσω τίποτα λιγότερο από το τίποτα. Αδειάζει πάλι το μπουκάλι, στερεύει η πηγή. Μα ανεξάντλητα είναι τα όνειρα.

Ξέρω βαθιά τον εαυτό μου πάλι θα προδώσω.
(Κι αν ο φθόνος είναι αρετή;)
Παραλήρημα μοιάζει και πώς να τα σκοτώσω;
Μου φτάνει μονάχα ν' αδειάζει η ψυχή.
Αυτό το βάρος, αυτός ο πόνος, αυτή η κρυφή μου η ευχή.

Αγνότητα και μίσος. Μίσος και αγάπη. Διάφορα συναισθήματα μπλεγμένα κατα κει. Ακόμα ψάχνω. Ακόμα ψάχνω. Ψάχνω για κάτι που κανένας δε θα βρει.

Και η θάλασσα άδεια, πλέον τι να πει; Ακατανόητα σκοτάδια σε φως και στην πληγή. Κεριά σβησμένα, γωνιές αραχνιασμένες, είχα ανάγκη τούτο εδώ.
Ομιλίες αγαπημένες, μα ποιος να καταλάβει όσα ζω;

" ὅτι ἠγάπησε πολύ "

Ξέρω πως τίποτα δε γράφεται στην τύχη. Ξέρω πως όλα είναι εδώ. Κι ας το ξέρω μοναχά εγώ.
(Αλήθεια, μοναχά;)

Γραμμένα πάνω στο μαχαίρι, κρυμμένα χιλιάδες μυστικά.
Ακουμπώντας στο τζάμι το κεφάλι είναι βαριά η πέτρα στο λαιμό. Μα το μαχαίρι ακόμα στάζει. Ακόμα βγαίνει ακόμα μπαίνει. Σε μια χρονολογική προοπτική δεν καταλαβαίνεις πια την κίνηση του. Είναι προς τα μέσα; Είναι προς τα έξω;

Αλλοπαρμένα αδιαπραγμάτευτα και αδιάβλητα. Μπέρδεμα. Αυτό μονάχα. Άδειος ο καναπές και ας γεμίζει. Ποιος θα κατανοήσει;

Και αν το τέλος πρέπει να είναι συνετό και αν η θάλασσα ξεβράζει τα όνειρα μας ένα μοναχά θα πω. Χέρια χιλιάδες, λέξεις πολλές.

Όνειρο άπιαστο ένα.

Τα όνειρα δεν πεθαίνουν. Τραυματίζονται. Όσο βαθιά κι αν μπαίνει το μαχαίρι.
Για όσα δε μπορώ να αντέξω, για όλα αυτά.

Πέρασε η ώρα.
Και έχω πάλι τ' όνειρο μου να ματώσω.
Έχω πάλι εμένα να πληγώσω.

Μέχρι το μαχαίρι να βγάλω τελείως. Και να μπορέσω να με βρω.
Και ξέρω πως για να το βγάλω και να το πετάξω μακρυά
πρέπει να το καρφώσω ακόμα πιο βαθιά.

Αλήθεια πως μετράει κανείς το βάθος της ψυχής του;

*** Graffiti: INO
Φωτογραφία: Dphotography (https://www.facebook.com/dimarphotograph/)

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Το μέλι

Άδειοι μουσαμάδες από το παρελθόν
ποιήματα και στίχοι από το παρόν
σκέψεις πάλι στον αέρα τριγυρίζουν
μα του ανθρώπου το μυαλό δε το ορίζουν

Το ξέρω χάνομαι σε βράδια ξεχασμένα
και για παρέα μου θα έχω μοναχά εμένα
μέσα σε σύννεφα τα λόγια αντηχούν
γλυκά όπως το μέλι το μυαλό τρυπούν

Κι είναι το μέλι τούτο αρκετά πικρό
ασυνήθιστο γι' αυτό μοναδικό
πηχτό και σκούρο σαν το αίμα
και σαν εικόνα που μιλάει με το βλέμμα

Είναι τα κρίματα που φτιάχνουν τη ζωή μας
και τα διλήμματα που καίνε την ψυχή μας
πες μου αλήθεια πόσα απ'όλα αυτά καταλαβαίνεις;
αφού για να ζεις πρέπει πρώτα να πεθαίνεις

Κι αν κάποιος βάλει λίγο ανθότυρο στο μέλι
θα γίνει δάκρυ αλμυρό που κανένας δε θα θέλει
κι αν δυσκολεύτηκα λιγάκι να με ορίσω
τη θλίψη που θα έρθει θα καλωσορίσω

Μέσα σε ανέγγιχτα ονειροφτιαξίματα
θα λύσω της ζωής μου τα μπλεξίματα
και κάποτε το μέλι θα γλυκάνει
και του ανθρώπου το σκοπό αλήθεια θα τον κάνει

Και τότε πια το μέλι μου θα έχει την ουσία
θα 'ναι τροφή θεών, νέκταρ και αμβροσία
και στην ψυχή μου μέσα θα 'ναι βαθιά κλεισμένο
σαν φυλαχτό πολύτιμο, παλιό και αγαπημένο

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Στου πλήθους τη σιωπή


Στων ήχων μας την πνιγμένη μοναξιά
στου πλήθους την ατέρμονη σιωπή
κάπου εκεί που ξαφνικά τα φύλλα θροΐζουν
σε μια του δρόμου απότομη στροφή

Εκεί χαμένοι ουρανοί θα σιγοψιθυρίζουν
λόγια που δεν έχουν ακουστεί
και οι αισθήσεις μας θα μας ορίζουν
καθώς η λάμπα θα ειν' σβηστή

Όμως τραγούδια μουσικών θα παιανίζουν
-για εμάς είναι μονάχα η σιωπή-
και ακατανόητα στιχάκια θ'αρμενίζουν
αντί για λόγια που είχαμε πει

Κι αν ήμαστε λίγοι και καλοί
που λέει και ο λόγος
πάντα η ζωή θα μας καλεί
για να την ζήσουμε αναλόγως

Στου πλήθους την ατέρμονη σιωπή
άκουσα φασαρία
κι ήσουν εκεί, κι ήμουν εκεί
κι είναι μεγάλη η ιστορία...

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Βουβή αλληγορία


Και έχω τόσα να πω και θέλω τόσα να πω
και έχω πάλι να μιλήσω και θέλω πάλι να μιλήσω
τις σκέψεις και τα όνειρα με λόγια να τα ντύσω

Κι ας είναι τόσα πολλά κι ας είναι πάρα πολλά
κι ας είναι κρυφά και ας είναι βουβά
αυτά που μένουν σε βάθη ατελείωτα και παραμένουν σκοτεινά

"Μα το δέντρο ό,τι κι αν γίνει στη ρίζα του υπακούει"
και ο ποιητής μου λέει πως είναι άσχημο το χούι
όμως γνωρίζω αληθινά πως την ψυχή μου κάποιος την ακούει

κι αν δεν ταιριάζουν με τους στίχους μου οι λέξεις
έρχονται δρόμοι στη ζωή για να διαλέξεις
αλληγορία που πρέπει να σκεφτείς και να επιλέξεις

και σκέψου ένα σκαντζόχοιρο μ' αγκάθια ματωμένα
και σκέψου ένα πετούμενο με τα φτερά κομμένα
και μέσα από τα λόγια βρίσκεις όλα τα κρυμμένα

κι αφού με πάει η ζωή μπρος-πίσω
τη μνήμη και τη λήθη του Έσσε θα ζητήσω
και την ψύχη μου προσπαθώ ελεύθερη ν' αφήσω

του Ρίτσου το "δεν ωφελεί" για πάντα να νικήσω...

[...]

Και σκέψου τι να κρύβεται μέσα στις αγκύλες - μέσα σου ψάξε για να βρεις

Και ας είμαι ο μόνος που θα καταλάβει
αυτό το άδειασμα ψυχής

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Μικρή φωνή

Δε με χωράει ο κόσμος σας, δε με χωράει ο τρόπος σας,
πιάνω χαρτί και μελάνι και φωνάζω ξανά
αφού εσύ επέλεξες να ζήσεις στα βουβά

Δεν είμαι 'γω ένας ακόμα αριθμός, ούτε ζυγός ούτε μονός,
και βρίσκω στ' άψυχα ξανά τους φίλους μου
αφού το διάλεξες να γίνεις κριτής και συ του ήθους μου

Και βρίσκω στίχους ξαφνικά που δεν υπήρχαν πριν
και λόγια μεσ' τα λόγια που είχαν βουβαθεί
αφού στις μέρες μας το πλήθος δε μιλάει
και τ' όνειρο να βρει διέξοδο ζητάει

Μικρή φωνή αν είμαι του μικρόκοσμου
κι αν το εγώ μου μοιάζει λέξη του υπόκοσμου
γίνομαι φλόγα που καίει την ψυχή σου
αφού τα μάτια σου βολεύτηκαν κι αυτά μεσ'τη βολή σου

Κι αν δε σου βγαίνουν οι ρίμες κι αν παράξενο σου μοιάζει
πες μου αλήθεια ποιους κανόνες να υπακούω να ταιριάζει
ξέρεις που σε γράφω μα δε θα σου το πω
αφού έτσι με έμαθαν, παιδί ευγενικό

και κει που όλα φάνταζαν ξάφνου πως τελειώνουν
γι' άλλα εγώ ξεκίνησα και άλλα με στοιχειώνουν
μα μέσα από τις λέξεις θα βρίσκω το χαρτί μου
φέρε μελάνι και χαρτί ν' αφήσω την ψυχή μου

φέρε σελίδες να χωρέσω εγώ το είναι μου
και λίγο φως αν θέλεις πάλι δίνε μου
γιατί να απευθύνομαι ξανά σε σένα;
αφού τα λόγια στέρεψαν και μοιάζουν κουρασμένα

φέρε νερό κι αέρα και θάλασσες κοντά μου
κι ας σκέφτομαι να γράψω και πάλι τα δικά μου
κι αν όπως είπα τ' όνειρο διέξοδο ζητάει
μέσα στο πλήθος μοναχό θα περπατάει

κι αφού ο κόσμος σας είναι τόσο μεγάλος
κάπου θα χωρέσει κι ένας ακόμα άλλος
καίγοντας ξανά τα "πρέπει" και τα "μη" σας
θα ταξιδέψω πάλι μακρυά απ' τη βολή σας.

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Ο κόμπος

Έχω ένα κόμπο στο λαιμό που θέλει να μιλήσει,
θέλει να ξεκολλήσει, θέλει να ακουστεί
Και τον αντέχω το πρωί, τον βλέπω να 'ναι κει,
να προσπαθεί να φύγει να θέλει να σβηστεί

Μ' αυτόν τον κόμπο όμως εγώ είπα να γίνω φίλος
είπα να τον αντέξω, είπα να τον μπορώ
και έτσι καμιά φορά όταν με πιάνει ο ζήλος
στους στίχους καταφύγιο ψάχνω για να βρω

Κι όταν ο κόμπος φύγει και λύσει τα δεσμά μου
τότε πώς θα μιλήσω; τότε πώς θα σταθώ;
αντίκρυ την αγάπη μου, τη μοναξιά κοντά μου
και όσα ονειρεύτηκα ακόμα θα ποθώ

Έχω ένα κόμπο στο λαιμό που όταν λυθεί και φύγει
τότε θα τον ψάχνω και θα τον καρτερώ
και το παράθυρο αυτό που η ψυχή μου ανοίγει
το ξέρω πως θα γίνει κλάμα βουερό

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Γλείφτες και ρουφιάνοι


Ήρθε η ώρα για να μιλήσεις
και κοίταξε ξανά να μη σιωπήσεις
το χαμόγελο που σου φορέσανε στο στόμα
είναι σαν τελεία πριν από το κόμμα.,

Δηλαδή δε σου πάει
και ο φιλόλογος τριγύρω σου γελάει
μα η ψυχή σου δεν πιστεύει σε κανόνες
γραμματικούς, συντακτικούς, των λόγων μας τις πόρνες

"Χωρίς κανόνες πώς θα μιλήσεις;
Πώς θ' ακουστείς άμα δε σκύψεις;"
Καλύτερα βουβός μα όρθιος και ντυμένος
παρά στα τέσσερα στημένος και γδυμένος

Γι' αυτό...

Ήρθε η ώρα και να ακούσεις
σ' όσα σου τάξανε ποτέ μην υπακούσεις
στους τακτικούς και καλοβολεμένους
κωλογλείφτες, σιχαμένους, καημένους

Δηλαδή στους ρουφιάνους
των ονείρων μας τους κάλπικους ζητιάνους
αυτούς που για Θεό έχουν το χρήμα
που να 'ξεραν πως θα τη βρουν από 'να ποίημα

Μ' αρκετά ασχολήθηκα
με τους δειλούς από μικρός αναμετρήθηκα
και μάθε το ρουφιάνε, χωμένε στα υπόγεια
οι στίχοι μου μετρούν πιότερο απ' τα λόγια

Σκυμμένε, σιχαμένε, γλείφτη, βλάκα
εύκολα σε βρίσκω στο λήμμα του "μαλάκα"
κακόμοιρο ανθρωπάκι "που κάνεις τη δουλειά σου"
γλείψε ρε ξεφτίλα ξανά τ' αφεντικά σου

Και κάπου εδώ λέω να τελειώσω
απ' τους ρουφιάνους να μπορέσω να γλιτώσω
μα είναι πολλοί γαμώ την τρέλα μου γαμώ
και δε ξέρω αν την άκρη τελικά θα βρω

Όπως και να 'χει, ώρα να κλείσω
τους τσάτσους των αφεντικών άλλο δε θα βρίσω
κι ας έχω πάντα την απορία
το γλύψιμο γουστάρουν ή κάνουν αγγαρεία;