Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Μικρές, ασήμαντες στιγμές

Μικρές ασήμαντες στιγμές που κρύβουν την αλήθεια. Εκεί σε βρήκα, κάτω απ' το παράθυρο με την ανθισμένη τριανταφυλλιά όταν όλα γύρω μας έμοιαζαν να ταράζονται. Και εσύ γαλήνευες τη σκέψη μου. Μ' ένα χαμόγελο σου έπαιρνες μακριά το μίσος όλου του κόσμου. Στα πλακόστρωτα δρομάκια της παλιάς πόλης που γυρνάγαμε μέσα από μυρωδιές φρεσκομαγειρεμένων φαγητών και των ποτισμένων βασιλικών στα μπαλκόνια έπιασες το χέρι μου. Εκεί που ο αχός της θάλασσας βούιζε στο μυαλό μου. Και όμως το μίσος βρισκόταν πάντα εκεί να θυμίζει σε όλους την ύπαρξη του κόσμου. Και σε δυο μικρές στιγμές γνώρισα όσα άνθρωπος ποτέ δε θα γνωρίσει. Και μαζί σου είδα παιδιά σκελετωμένα να ζητιανεύουν για ένα πιάτο φαΐ. Είδα ανθρώπους απ' τα πέρατα της γης να ψάχνουν τον Παράδεισο. Υπήρχαν γέροι που όλη τη ζωή κάρπιζαν για να δρέψουν στο τέλος, μα το μόνο που βρήκαν ήταν ένα φλιτζάνι του καφέ και ένα παξιμάδι. Εργάτες που πάλευαν στο μόχθο της σύγχρονης δουλείας για να ταΐσουν τις ψυχές που έφεραν στον κόσμο. Είδα νεκρούς, πολλούς νεκρούς, σε όλη την οικουμένη. Είδα την ύλη να νικάει τη ζωή, το πνεύμα και την ψυχή. Και σιχάθηκα. Και ένιωσα πως αυτός ο κόσμος δεν αλλάζει. Μα ξάφνου η πίστη γέμισε τη θέληση μου. Έγινε κομμάτι των κυττάρων μου και πίστεψα. Κι αυτή την πίστη μου δυνάμωσες εσύ. Γιατί όταν το βλέμμα σαν πουλί ταξιδεμένο έψαχνε για άλλους γαλάζιους ουρανούς, μου μίλησες και μου πες να μην αποδιώχνω τα μάτια μου από τη θλίψη. Γιατί μου πες πως αυτή η παρακμή δε θ' αλλάξει ποτέ όσο κοιτάμε αλλού. Και τότε είδα καθαρά. Είδα το γέρο με τον καφέ να χαμογελάει στη γυναίκα του. Είδα τον εργάτη ν' αγκαλιάζει τα παιδιά του. Είδα τα παιδιά να παίζουν και να χαίρονται σε πράσινα λιβάδια. Και πίστεψα στη θέληση μας. Και είδα όλους τους καταφρονεμένους, αγκαλιασμένους να σπέρνουν τη γη και να χτίζουν ένα νέο κόσμο. Και όλα αυτά σε δυο μικρές, ασήμαντες στιγμές.

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

Φόβος

Ξεχασμένος ήσουν, μα ήρθες πάλι μέσα στην έναστρη νύχτα. Ψίθυροι φόβου γέμισαν το κεφάλι μου κάτω από ανθισμένους ουρανούς. Τόσο καιρό κρυβόσουν μα εμφανίστηκες ξανά. Ποιος ξέρει τι γυρεύεις από μένα και τούτη τη φορά. Η αγωνία μου διέξοδο έψαχνε να βρει και πάλι εμφανίστηκες εμπρός μου στήνοντας ένα μαύρο τοίχο στο διάβα μου. Όμως γελάστηκες γιατί τούτη η φορά δεν είναι σαν τις άλλες. Τώρα δεν υπάρχει γυρισμός για το ποτάμι των ονείρων και του χρόνου. Λάγνες ματιές σιχαμερών ερπετών ακόμα νιώθω στο πετσί μου. Τα αφήνω εκεί. Αυτή είναι η μοίρα τους, η προδιαγεγραμμένη. Και πάντοτε θα σέρνονται στο βούρκο της ζωής τους. Σπάω τα σύνορα και βρίσκω πατρίδες ονειρικές περιγραφές ξεχασμένων τοπίων. Τώρα ο τοίχος που έστησες φαντάζει αστείος. Τώρα μικρό παιδί δεν είμαι πια και ξέρω την αλήθεια. Ο φόβος σου νικιέται με τη θέληση. Μια θέληση ατσάλινη που καμώθηκε από καιρούς φοβισμένους. Εκεί μέσα βρέθηκε το υλικό που φτιάχνονται τα όνειρα, εκεί μέσα παράτησα όλους μου τους φόβους. Γιατί -μάθε το στ' αλήθεια και αυτό- κανένα άνθρωπο δε φοβήθηκα στη ζωή μου παρά μόνο τον εαυτό μου. Και πλέον, ελεύθερος από δεσμά και δεσμοφύλακες παλεύω για την ελευθερία. Το αν θα τη βρω ποτέ δεν είναι το ζητούμενο. Και μόνο η πορεία αυτή προς το ιδανικό, φτάνει. Κάποιες φορές ίσως και να καταλαβαίνω την όλη ματαιότητα του πράγματος. Ποτέ όμως δε θα πάψω να παλεύω. Για άλλη μια φορά δεν έχεις με τι να με γεμίσεις γιατί ο δρόμος ο κακοτράχαλος και δύσβατος, είναι πια ο δρόμος μου. Φόβε, δε θα πω δε σε φοβάμαι πια. Γιατί και συ κομμάτι της ζωής μου γίνηκες. Θα πω μονάχα πως σε αγνοώ. Κ' ίσως ξανασυναντηθούμε πια πολλές φορές. Μα καμία από αυτές δε θα 'ναι όπως πρώτα. Γιατί το ύψιστο ιδανικό, δε χωράει το φόβο μέσα του.

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

Φτερούγισμα

Χαροπαλεύουν οι στιγμές στην άκρη των αφρισμένων κυμάτων. Μετρούν τις ώρες και τα λεπτά. Μικρές ξύλινες ράβδοι κοντοστέκονται διστακτικά και δεν γνωρίζουν προς τα πού να πάνε. Μπροστά ή πίσω; Βιολιά και κιθάρες ερωτοτροπούν μεταξύ τους καθώς στο βάθος, στους μακρινούς ορίζοντες, αχνίζουν τα χώματα απ' τον αέρα της ερήμου. Βουνά με μικρές φωτιές αναμμένες από τους βοσκούς φωτίζουν τη νύχτα. Δυο πουλιά πετούν για να φτάσουν τον ουρανό, μα τα φτερά τους ειν' σπασμένα. Και κάπως έτσι, ερμηνείες αιώνων ανατρέπονται. Δυο γενιές περνούν από μπροστά μας σαν ψηλά κατάρτια παλιών ιστιοφόρων. Ξάφνου οι ριπή του ανέμου μπλέκει τα μαλλιά σου. Ήρθες απ' το ταξίδι σου σ' ένα καταραμένο τόπο. Μέσα στην ανείπωτη γλύκα νοσταλγικών στιγμών, εσύ γιορτάζεις την τελευταία μέρα της ζωής. Που δεν ξέρεις πότε θα 'ναι, δεν ξέρεις πώς θα είναι. Και έτσι δε σε νοιάζει. Όταν εκείνη η ώρα φτάσει, θα έχεις ήδη ζήσει τη ζωή σου. Και έτσι την πολυπόθητη για σένα ώρα θα καλωσορίσεις. Στο βάθος μέσα σου όμως γνωρίζεις. Πως όταν το χελιδόνι φτερουγίσει -ίδιο με την αέρινη ψυχή σου- δεν θα πεις πως κουράστηκες. Δε θα το πεις γιατί θα έχεις στ' αλήθεια ζήσει τη ζωή σου.

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Φυγείν αδύνατο;


"Την ειμαρμένην ουδ’ άν εκφύγοι" 
-Σωκράτης-

Απίθωσα την καρδιά μου στην ξεραμένη γη. Της μίλησα γλυκά και στοργικά για τα μελλούμενα. Δεν είχε σταματήσει να χτυπά. Φτερούγες αγγέλων δρόσιζαν την υπόσταση της. Της είπα τι θα δει και τι θα ζήσει. Όχι πως το 'ξερα. Μήτε το πρώτο γράμμα απ' ότι ήταν γραφτό να γίνει δεν μάντευα. Μα της μίλησα για θάλασσες και ουρανούς. Της μίλησα γι' αγάπη. Της μίλησα για θάνατο. Της μίλησα για όσα μάντευα και για όσα ενστικτωδώς οι άνθρωποι γνωρίζουν. Γιατί ήταν άδεια από γνώση. Και εγώ τη λύτρωσα. Ποιος ξέρει τι της είπαν άλλοι και έκλαψε. Την αλήθεια της εγώ της την γνώρισα. Ώσπου ξάφνου, άνθισε ένα λουλούδι. Και η καρδιά μου σηκώθηκε και περπάτησε. Και γέμισε γραμμές ζωής και χρόνια, με τις στάλες απ' το αίμα της. Και μεγάλωσε και αντρώθηκε. Μα τώρα που πάει; Γιατί θέλει να ξεφύγει απ' το πεπρωμένο; Μάταιος ο αγώνας της μα δε θέλει να το ξέρει. Και γεμίζει δύναμη και πίστη. Και βγαίνει πανίσχυρη στη στράτα των ανθρώπων. Μόνο που κάπου-κάπου κοντοστέκεται για μια στιγμή -όσο διαρκεί η λάμψη μιας αστραπής- και μοιάζει να δειλιάζει. Είναι όμως μονάχα μια στιγμή. Γιατί αμέσως μετά ξαναγεμίζει ελπίδα. Και συνεχίζει. Και συνεχίζει.

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Πίστη

Τα λουλούδια στο μπαλκόνι άνθισαν και τα πουλιά στους ουρανούς κελάηδησαν. Βρέθηκε η λύση μέσα στο μυαλό σου και αποφάσισες πως είναι ώρα να πάρεις το μερτικό σου. Μέσα σε μια ζωή σκληρή, εσύ χαμογελάς και τώρα πια γνωρίζεις και ξέρεις που πατάς.
Κυκλοφορούσες για καιρό με σκυφτό κεφάλι, μπλεγμένος σε νοήματα και καταστάσεις που κατ' ουσίαν δε σ'αφορούσαν. Ανέχτηκες την προσβολή για χρόνια και χρόνια και τη γλώσσα σου κατάπινες δίχως ν' απαντάς. Πόσο ακόμα; Αναρωτήθηκες φορές πολλές. Μα πάντα απάνταγες στον εαυτό σου ψέμματα ότι θα είναι για λίγο. Ήξερες την αλήθεια μα δε την ομολογούσες. Δεν ήταν δειλία, ήταν ανοχή. Ώσπου αποφάσισες πως αρκετά άντεξες. Ώσπου είδες το φως στην άκρη του δρόμου σου. Και πήρες την απόφαση. Και έκανες το βήμα. Και η γλώσσα δεν κρύφτηκε πια. Και το μυαλό σου άρχισε ν' απαντά. Και αποφάσισες πως τέρμα πια η προσβολή του εαυτού σου που ξεκινά από εσένα τον ίδιο. Και τα βουνά που συναντούσες στο διάβα σου γινήκαν τώρα πια άμμος. Γιατί επιτέλους γνώρισες. Γιατί επιτέλους έμαθες την καθαρή αλήθεια. Πως δεν υπάρχει εμπόδιο στο δρόμο του ανθρώπου, παρά μόνο η θέληση του. Και πλέον οι προσβολές δε σε αγγίζουν, οι φθονερές οι γλώσσες δε σ'ακουμπάνε πια. Γιατί η πίστη σου σε 'σένα είναι πια η δύναμη σου. Η πίστη σου σε 'σένα ορίζει τη ζωή σου.

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2013

Φθορά του χρόνου

Πως να ξεφύγεις απ' τη φθορά του χρόνου και απ' τα λόγια τα σοφά ενός προγόνου; Όσα καιρό βασανίζουν την ψυχή σου ξέρεις πως τα βλέπεις με σημάδια στο κορμί σου. Η γαλήνη που νιώθεις δεν ταράζεται. Έχεις βυθιστεί μέσα της. Το κύμα που σκάει στην αμμουδιά, σου θυμίζει τα περασμένα. Και νοσταλγείς πολλά. Αχνοφαίνεται στο βάθος το τέρμα της βραδιάς και η μοίρα υφαίνει στα μάτια σου τα μελλούμενα. Σε μακρινές πολιτείες γυρνάς - ως άλλος Οδυσσέας - ψάχνοντας αυτό το οποίο ακόμα δεν έχεις βρει. Χωρίς πυξίδα. Χωρίς να ξέρεις που πας και γιατί ταξιδεύεις. Τα φώτα στους δρόμους θαμπά, στριφογυρίζουν οι λέξεις στο μυαλό σου. "Μην ξεχαστείς" άκουσες μια νυχτιά και από τότε αυτό έγινε το ριζικό σου. Μα εσύ μαντεύεις τις στιγμές και ζωγραφίζεις στα λείψανα του χρόνου. Γνωρίζεις πως απ' τη φθορά του δε γλυτώνεις μα δε νοιάζεσαι διόλου. Φθαρτό και άφθαρτο για σένα σχετικά αφού γνωρίζεις πως κάθε τέλος σηματοδοτεί μια νέα αρχή. Τα όνειρα ποτέ δεν τελειώνουν και στο αέναο ταξίδι της ψυχής, έχεις τη γνώση πως δεν υπάρχουν δρόμοι απροσπέλαστοι. Στα βράχια επάνω κυματοδέρνεται η ζωή σου. Και εσύ αφήνεσαι. Αφήνεσαι γιατί ξέρεις πως αυτό είναι το όμορφο. Εξάλλου ο χρόνος ποτέ δε σταματά και υλικά -το ξέρεις αλήθεια;- απ' τη φθορά του δεν ξεφεύγεις. Και έτσι το μόνο που σε νοιάζει είναι και το πιο σημαντικό: Να μη φθαρεί και η ψυχή σου από αυτή την πλανεύτρα, από αυτή την ανίκητη, τη φθορά του χρόνου.