Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Βαβέλ

Γλώσσες και κουλτούρες μπλεγμένες, σαν χέρια μπλεγμένα με πόδια. Ο φόβος που κυριαρχεί, ανθρώπινο συναίσθημα πόνου χαμένου σε όρη σε λίμνες, σε ποτάμια χωρίς έλεος, χωρίς τέλος, καταστρέφονται όλα γύρω σου, μπλεγμένα, μπερδεμένα σαν την Γκερνίκα ενός Πικάσο, χαμένα σε τέλμα όλα οδεύουν. Περίεργη  σκέψη, φτερωτό το μυαλό και μέσα εκεί μια Παναγιά που θηλάζει τα παιδιά της. Σε ελπίδες φωτός χαμένες ζωές, ξεχασμένες στα χαλάσματα και στα ερείπια νέων κόσμων κομμένα κεφάλια, ξεκοιλιασμένα παιδιά και όνειρα χαμένα σε δύο διαφορετικές ζωές που ψάχνουν ένα νόημα να βρουν σε διαστάσεις ξεχασμένων Παραδείσων. Ούριος ο άνεμος που φυσά καθώς ο ήχος  του βιολιού σαλπίζει στο μυαλό σου και  βρίσκεσαι ξεχασμένος, μπερδεμένος πνιγμένος καθώς δεν ξέρεις αν αυτό είναι το πρέπον γι' αυτούς το σωστό για σένα. Διχασμένοι, χωρισμένοι κόσμοι όπως τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου πολιτισμός για γέλια εδώ ποιος ξέρει αν είναι το ίδιο και από εκεί. Είναι η άλλη πλευρά η χαμένη η αδιάβατη η σκοτεινή που ανθρώπου μάτι δεν έχει δει δεν την έχει πλανέψει ο άνεμος και κανείς δεν ξέρει για αυτήν προς τα που πάει. Μέσα σε στοιχειωμένα σοκάκια, οι λάσπες των δρόμων  λαμβάνουν την όρεξη του πουθενά για το μέλλον. Τα ποντίκια γρυλίζουν και βρίσκονται σε θέσεις μάχης. Στον κυκεώνα των στιγμών και στις λέξεις του απείρου τριγυρνούν τα λιοντάρια. Οι σκέψεις οι λεύτερες και οι λυπητερές αδειάζουν το μυαλό σου. Πάντα εκεί, στο τέρμα των ματιών στο φως και στη στιγμή του ονείρου. Χάνονται όλα για να χτιστεί το νέο. Διαλύονται τα πάντα για να οικοδομηθούν περισσότερα. Βρίσκεται το μέλλον με οδηγό το γκρίζο παρελθόν. Χωρίς την ελπίδα, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς βεβαιότητες. Σε άλλες γλώσσες, άλλους τόπους, άλλους καιρούς.

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Φθινόπωρο

Ποτέ δε γνώρισες όσα ήθελες να μάθεις. Πάντοτε γύρευες πλάνες αλήθειες. Με αιθέριες μουσικές σε βροχερές ημέρες ανακάλυπτες την τραγικότητα της ύπαρξης σου. Βλέποντας γύρω σου το απόλυτο κενό απογοητευόσουν για όλα όσα βίωνες. Γρήγορος ο ρυθμός και πλανερή η μοίρα. Απ' τα σημάδια των καιρών πάσχιζες να καταλάβεις όσα πίστευες ότι μπορούσες να νιώσεις. Πολλοί σου είπαν τον τρόπο σου ν' αλλάξεις. Αρεστός να γίνεις στους ασήμαντους. Το φθινόπωρο σου βαστούσε χρόνια. Κι όλο περίμενες να έρθει ο χειμώνας για να σου φέρει την άνοιξη. Ξέρεις τώρα πως πλανιόσουν οικτρά. Γιατί την άνοιξη μόνος σου τη δημιουργείς. Στο ρυθμό της κιθάρας λίκνιζες το κορμί σου, παρατηρώντας τους άλλους να χάνονται στην ασημαντότητα της δήθεν ύπαρξης τους. Η απόφαση είχε παρθεί μα το φθινόπωρο δεν έλεγε να φύγει. Ήξερες πως κάτι σε βάραινε και θα 'πρεπε να το αφήσεις πίσω αν ήθελες να προχωρήσεις. Και πίστευες πως δε μπορούσες, εσύ που τόσα είχες πετύχει. Πίστευες πως ποτέ δεν θα τα κατάφερνες τον εαυτό σου να λυτρώσεις. Και με τρεις λέξεις μαγικές προσπάθησες τα ξόρκια να λύσεις. Εγώ δε φοβάμαι, έλεγες. Και ξαφνικά το θαύμα άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Τα φύλλα του γερασμένου δέντρου άρχισαν να κιτρινίζουν. Το φθινόπωρο βάθαινε, προμήνυε το τέλος του. Και για πρώτη φορά πρόσεξες πως λάμπουν τ' αστέρια στο νυχτερινό ουρανό. Και η απαλή βροχή χάιδευε πλέον ,αντί να μαστιγώνει όπως παλιά, το πρόσωπο σου. Και μια μέρα ηλιόλουστη κατάλαβες πως το φθινόπωρο είχε φύγει. Δεν ήξερες αν ήταν ψέμα ή αλήθεια, μα αποφάσισες να το χαρείς και να το ζήσεις. Κι έτσι περνούσε ο καιρός. Έτσι περνούσαν τα χρόνια. Και το φθινόπωρο άρχισε να σου λείπει. Άρχισες να νοσταλγείς τις στιγμές που βίωνες τότε. Και ένα δάκρυ, όπως άλλοτε οι σταγόνες τη βροχής, πότισε το μάγουλό σου. Γιατί είχες ερωτευτεί το φθινόπωρο σου. Και όταν το έχασες για πάντα κατάλαβες τι άφησες να φύγει. Και τώρα πια μιλάς στους μικρότερους και δασκαλεύοντας τους λες με τη γνώση του χρόνου σου, με το βάθος των ματιών σου: Αγάπα την κάθε εποχή σου και μη την αφήνεις να φύγει. Όσο σκληρή, όσο δύσκολη και να φαντάζει πάντα κάτι έχει να σου δώσει. Μα ένα μόνο πράγμα ποτέ σου μην ξεχάσεις. Πως για να έρθει η άνοιξη πρέπει πρώτα να περάσει το φθινόπωρο και ο χειμώνας. Γι' αυτό μην αφήνεις το χρόνο να περνά. Μην αφήνεις το χρυσάφι σου να φεύγει απ' τα χέρια σου. Μην αφήνεις τον κόσμο σου στα χέρια τους.