Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Ασπρόμαυρη μέρα

"Καριόληδες" μονολόγησε ο Κ. και έφτυσε στο μαντήλι του. Τα γεμάτα καρκινικά κύτταρα πνευμόνια του δεν τον είχαν προδώσει ακόμα. Αφού εξέτασε το χρώμα του σάλιου του, πέταξε το μαντήλι στα σκουπίδια. Στην τηλεόραση έπαιζε μια λειτουργία σε κάποια εκκλησία της χώρας. Όσο παρακολουθούσε θολωμένος ακόμα από το πιοτό, εξέταζε τις κοιλιές των παπάδων. "Ο ένας πιο χοντρός από τον άλλο είναι οι μπινέδες" σκέφτηκε και συνέχισε, "πόσο χρήμα, πόσο φαί έχουν μέσα τους αυτές οι κοιλιές στο όνομα μιας δήθεν μεταθανάτιας ελπίδας". Μία έξαρση του βήχα του δεν τον άφησε να προχωρήσει τη σκέψη του. Μέσα του όμως η απόφαση είχε ήδη παρθεί. Σηκώθηκε απ΄ τον καναπέ και με βαριά βήματα κατευθύνθηκε προς το ντουλάπι με τα ποτά. Το άνοιξε και επιθεώρησε την κατάσταση. Με λίγη οικονομία θα τον έβγαζαν μέχρι την επόμενη δόση από το ταμείο ανεργίας. Δεν είχε να πληρώσει το νοίκι του βέβαια, αλλά ποιος νοιαζόταν; Θα είχε αλκοόλ. Μετά τη διάγνωση του καρκίνου του και αφού γρονθοκόπησε το γιατρό που του το ανακοίνωσε προκειμένου να ξεσπάσει, αποφάσισε να χαρεί τη ζωή του. Και ποια μεγαλύτερη χαρά, σκεφτόταν, από το να πίνει από το πρωί μέχρι το βράδυ;

Με τη σκέψη του ακόμα στο πως θα μοίραζε τις ποσότητες του αλκοόλ μέχρι το τέλος του μήνα, βγήκε από το σπίτι. Κατευθύνθηκε προς την εκκλησία της γειτονιάς του και κάθισε στο παγκάκι έξω από την είσοδο της. Με το βλέμμα του να παρατηρεί τους περαστικούς άνοιξε την μπύρα που είχε αγοράσει από το περίπτερο και την ήπιε μονορούφι. Τότε ένας ρασοφόρος βγήκε από την εκκλησία και κατευθύνθηκε προς μια παρκαρισμένη Mercedes κάμπριο. Άνοιξε την πόρτα πήρε μια βαλίτσα παραφουσκωμένη ποιος ξέρει με τι και ξαναγύρισε στην εκκλησία. Τα μάτια του Κ. άστραψαν. Περίμενε στο σημείο που βρισκόταν ώσπου η λειτουργία τελείωσε. Τότε τον ξανάδε. Κατευθυνόταν πάλι προς τη Mercedes με την ίδια βαλίτσα στα χέρια του. Ο Κ. τον πλησίασε.
"Πάτερ, την ευχή σας" του είπε. Ο παπάς έτεινε το χέρι του και περίμενε από τον Κ. να του το φιλήσει. Με μια αηδία, ανάμεικτη με τάση για εμετό ο Κ. ακούμπησε τα χείλη του στο ρυτιδιασμένο χέρι.
"Συγγνώμη πάτερ, αλλά χάλασε το αυτοκίνητο μου. Μπορείτε, αν δεν σας είναι κόπος, να με αφήσετε λίγο πιο κάτω;" Ο παπάς αφού αμφιταλαντεύτηκε λίγο, δέχτηκε. Εξάλλου τα μάτια των πιστών τον παρακολουθούσαν και μόλις τους είχε κάνει κήρυγμα για τη βοήθεια στους άπορους και τους αναξιοπαθούντες. Ο Κ. τον οδήγησε μέσα από διάφορα στενά λέγοντας του το δρομολόγιο. Σε ένα σημείο όπου ο δρόμος γινόταν πιο ερημικός ο παπάς ρώτησε αν φτάνουνε στον προορισμό τους.
"Μην ανησυχείς πάτερ, στο τέρμα του δρόμου θα με αφήσεις" αποκρίθηκε ο Κ.
Στο σημείο που σταμάτησαν δεν υπήρχε κανείς. Ο παπάς άπλωσε το χέρι του στον Κ. προκειμένου να του το φιλήσει. Τότε εκείνος τράβηξε το στιλέτο που κουβαλούσε πάντοτε μαζί του για τις δύσκολες στιγμές και το έμπηξε με δύναμη στην κοιλιά του παπά χαράζοντας μια ευθεία γραμμή. Το αίμα πότισε το κάθισμα και η κραυγή του ιερέα έσκισε τον αέρα. Ο Κ. πήρε τη βαλίτσα που βρισκόταν στο πίσω κάθισμα και αφού βεβαιώθηκε πως δεν υπήρχε κανείς στο δρόμο, άνοιξε ατάραχος την πόρτα του αυτοκινήτου.

Πριν βγει έριξε μια τελευταία ματιά στον ξεκοιλιασμένο παπά. "Στο διάολο τραγόπαπα" μονολόγησε και έκλεισε την πόρτα. Με αργά βήματα κατευθύνθηκε προς τον κεντρικό δρόμο. Για καλή του τύχη μόλις έφτανε το λεωφορείο. Μπήκε μέσα και κατέβηκε στην κοντινότερη στάση για το σπίτι του. Όταν έφτασε εκεί, έβαλε ένα γεμάτο ποτήρι κρασί και κάθισε να το απολαύσει κοιτώντας την βαλίτσα. "Η θεία κοινωνία" σκέφτηκε μειδιάζοντας. Τότε αποφάσισε να ανοίξει τη βαλίτσα. Ήταν γεμάτη με χαρτιά και διάφορα βιβλία θρησκευτικού περιεχομένου. Αφού την έψαξε καλά βεβαιώθηκε πως δεν υπήρχε ούτε ένα χαρτονόμισμα μέσα της. "Καριόληδες" σκέφτηκε πάλι. Όταν τελείωσε το κρασί του, αναλογίστηκε την κατάσταση. "Τζίφος. Δεν είχε φράγκο μέσα ο γαμημένος". Ο βήχας ξανάρθε κόβοντας του την ανάσα. "Ας είναι. Ένας καριόλης λιγότερος" σκέφτηκε και ξαναγέμισε το ποτήρι του με κρασί.

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Μια καθημερινή ιστορία

Άνοιξε τα μάτια του με δυσκολία. Το κεφάλι του βούιζε ακόμα από το χθεσινοβραδινό μεθύσι. Σηκώθηκε από το κρεββάτι και στάθηκε λίγο καθιστός κοιτώντας το πάτωμα. Στο έπιπλο δίπλα του βρισκόταν το πακέτο με τα τσιγάρα του. Πήρε ένα και το άναψε. Έπειτα σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα. Αφού κατούρησε, ξέρασε μέσα στη λεκάνη. Για λίγη ώρα έμεινε εκεί να κοιτάει το θέαμα. Έπειτα τράβηξε το καζανάκι. Στάθηκε λίγο μπροστά στον καθρέφτη. Το αξύριστο πρόσωπο του με τα πρησμένα μάτια σαν κάτι να ήθελε να του πει. Έφτυσε δυνατά γεμίζοντας σάλια το γυαλί μπροστά του. Τράβηξε την κουρτίνα και είδε μια ηλιόλουστη μέρα. "Σκατόκαιρος", σκέφτηκε. Πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το ψυγείο. Βρήκε ένα μπουκάλι μπύρας και το άνοιξε. Το ήπιε μονορούφι. Η αλήθεια ήταν πως δίψαγε πολύ. Άναψε κι άλλο τσιγάρο. Το μάτι του έπεσε στη βιβλιοθήκη. Δίπλα από τα βιβλία του Μπουκόφσκι υπήρχε ένα μισογεμάτο μπουκάλι ουίσκι. Δηλαδή μισογεμάτο το έβλεπε αυτός. Το πήρε και έβαλε μια γενναία ποσότητα σε ένα ποτήρι με πάγο. Ήπιε το πρώτο ποτήρι και γέμισε και δεύτερο. Κάπου εκεί χτύπησε το τηλέφωνο.
-"Μωρό μου, τι κάνεις", ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.
-"Κάθομαι και μπεκρουλιάζω πάλι", της είπε.
-"Σου είπα ότι δεν πρέπει να πίνεις από το πρωί"
-"Να πας να γαμηθείς και εσύ και οι συμβουλές σου", της απάντησε ουρλιάζοντας και έκλεισε το τηλέφωνο με δύναμη.
Προσπαθούσε να σκεφτεί τι είχε συμβεί την προηγούμενη νύχτα. Είχε βγει και είχε πάει στον "Κόκκινο κύκνο" στο μπαρ που πάντα έπινε βότκα. Έτσι ξεχώριζε τα μπαρ εκείνος. Σε αυτό βότκα, στο άλλο ουίσκι, στο πιο κάτω μπύρες. Στον "Κύκνο" λοιπόν έπινε πάντα βότκα. Μόνο που χτες κάτι είχε αλλάξει. Μετά το τέταρτο ποτό τον πλησίασε μια γυναίκα. "Καλοδιατηρημένη για την ηλικία της", σκέφτηκε.
-"Θα με κεράσεις ένα ουίσκι;" του είπε.
-"Εδώ πίνουμε πάντα βότκα", της αποκρίθηκε εκείνος.
-"Εγώ θέλω ουίσκι", του είπε εκείνη. "Και αν πιεις και εσύ μαζί μου τότε μετά αν θες πάμε σπίτι μου".
-"Εντάξει", συμφώνησε εκείνος. "Όμως δε θα πάμε σπίτι σου, θα πάμε στις τουαλέτες".
-"Έγινε", είπε εκείνη. "Φέρε το ουίσκι τώρα".
Πλησίασε τον μπάρμαν και του είπε ότι θέλει δύο ουίσκι. Ο μπάρμαν αφού τον κοίταξε σαν να ήταν εξωτικό πουλί του έβαλε χωρίς να πει κουβέντα. Αφού πλήρωσε πήγε και ξαναέκατσε στη θέση του. Η γυναίκα ήπιε το ποτό της μονορούφι. Φαινόταν ότι δεν ήταν το πρώτο ποτό της βραδιάς για εκείνη. Ούτε και για εκείνον άλλωστε. Έπειτα κατέβηκαν και οι δύο στην τουαλέτα. Εκείνος την γύρισε βίαια προς τον τοίχο και ξεκούμπωσε το παντελόνι του. Η γυναίκα βαριανάσαινε. Τότε τράβηξε το μαχαίρι του και της χάραξε το λαιμό. Το αίμα άρχισε να τρέχει ρυάκι. Το άψυχο σώμα της γυναίκας έπεσε πάνω στη λεκάνη.
"Αφού στο είπα, εδώ πίνουμε πάντα βότκα", μονολόγησε εκείνος. Έπειτα άνοιξε την πόρτα της τουαλέτας και βγήκε έξω. Αφού έπλυνε τα χέρια του, έφυγε από το μπαρ και πήγε σπίτι του.
Ξαφνικά το τηλέφωνο ξαναχτύπησε, διακόπτοντας τη σκέψη του.
-"Ναι";
-"Γεια σου μωρό μου πάλι εγώ είμαι. Ακόμα πίνεις";
"Τι διάολο", σκέφτηκε εκείνος. Η φωνή της έμοιαζε πολύ με τη φωνή της γυναίκας στο μπαρ.
-"Ποια στο διάολο είσαι;" ούρλιαξε εκείνος.
-"Η Σ. από χτες στο μπαρ", του αποκρίθηκε η γυναίκα.
Εκείνος πάγωσε. Πώς μπορούσε να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Αφού θυμόταν ξεκάθαρα τι είχε συμβεί.
-"Τι θέλεις;" , ρώτησε τραυλίζοντας.
-"Να σε ενημερώσω πως εγώ πίνω πάντα ουίσκι. Ποτέ βότκα" του είπε εκείνη.
-"Στον "Κόκκινο Κύκνο" όμως, εγώ πίνω πάντα βότκα", της απάντησε εκείνος και έκλεισε το τηλέφωνο. 

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Βροχή

Άνοιξα τα μάτια μου ακούγοντας το ράπισμα του νερού πάνω στα τζάμια. Ο αέρας έφερνε τη μυρωδιά του νοτισμένου χώματος, ταξιδεύοντας το νου και την καρδιά σε άλλα μέρη, σε άλλες εποχές. Τα δειλινά της Κυριακής κρύβουν πάντα μέσα τους λίγη μελαγχολία. Η καθαρή δύναμη του υγρού στοιχείου, άφησε τα σημάδια της στο πέρασμα του χρόνου. Σιγά - σιγά λείανε τις ψυχές μας και απάλυνε τον πόνο από τα σωθικά μας. Μιλήσαμε για αίμα και κανείς δεν άκουσε. Σε ένα κόσμο κουφών τι νόημα έχει να φωνάζεις; Τα μουσκεμένα περβάζια και το ποτισμένο φαγωμένο ξύλο του παλιού παραθύρου στέκουν ακόμα εκεί ασάλευτα καθώς πολύχρωμες πεταλούδες ζουν τη μια στιγμή τους. Ολόγιομα φεγγάρια ανατέλλουν στους ουρανούς της δόξας. Κάπου εκεί κρυμμένα, θαμμένα κάτω από τα σκουπίδια που έφεραν μαζί τους τα νερά, βρίσκονται τα όνειρα μας. Λες να 'ναι πάντα βροχερά της Κυριακής τα δειλινά; Από το στενό σοκάκι της γειτονιάς, στα σπίτια των φτωχών ανθρώπων ακούγονται ξανά οι μελωδίες του παρελθόντος. Μυρίζει βροχή. Μυρίζει καταιγίδα. Παραφουσκωμένα λερωμένα μαξιλάρια τα σύννεφα και η ψευδαίσθηση ότι μπορείς να σταθείς επάνω τους. Και το νερό σε παρασέρνει. Διαλύοντας τις σκέψεις σου, διαλύοντας το νου σου. Μικρές στάλες ξαναρχίζουν να μαστιγώνουν το πρόσωπο σου. Απολαμβάνεις. Ζεις. Αναπνέεις. Απλές συνήθειες της καθημερινότητας σου. Δεν έχεις άλλη επιλογή. Στα καταπράσινα λιβάδια της σκέψης πλημμυρίζουν τα όνειρα σου. Στο τέλος το νερό φτάνει μέχρι το λαιμό σου. Και ανεβαίνει. Κλείνει το στόμα σου και καλύπτει τη μύτη σου. Λίγο ακόμα σκέφτεσαι. Λίγο ακόμα. Κρατάς την τελευταία σου αναπνοή και εκπνέεις αργά. Δευτερόλεπτα. Και τότε γίνεται το θαύμα. Το νερό κατεβαίνει. Αργά αλλά σταθερά. Τώρα βρίσκεται στο στήθος σου. Σε λίγο στην κοιλιά σου. Πλέον έφτασε στα γόνατα σου. Και ξαφνικά ένας θαμπός ήλιος ξεπροβάλει. Και τα χρώματα της ίριδας ζωγραφίζουν στα μάτια σου το ουράνιο τόξο. Γιατί πάντα το ξέρεις πως έτσι γίνεται στο τέλος. Πως πρέπει πρώτα να περάσει η καταιγίδα για να δεις στο τέλος το ουράνιο τόξο. Έζησες και σήμερα. Για την ακρίβεια επέζησες. Μέχρι την επόμενη φορά. Μέχρι την επόμενη μάχη. Ώσπου στο τέλος να έρθει ξανά η βροχή. Και όσο κι αν βολεύτηκες, κι όσο κι αν δε θες, θα αναγκαστείς πάλι να παλέψεις. Και στο τέλος να συνηθίσεις. Να αγαπήσεις τη βροχή. Όπως κι εγώ. Όπως κι εσύ.