Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Σιωπή

Αστέρια του βυθού, φεγγάρια του ανέμου, πικρές στάλες της βροχής, ξεπλύνετε το είναι μου, αφαιρέστε την ύπαρξη μου. Διεισδύστε μέσα μου, και κάνετε να χάσω το εγώ μου. Νιφάδες του χιονιού, περασμένες εποχές, κόκκοι άμμου, κάνετε την ψυχή μου να ξαναπετάξει στους πορφυρογάλανους ουρανούς. Ήλιοι  συρματοστόλιστοι, φεγγάρια άλλων κόσμων βοηθήστε με και εσείς να ξαναβρώ την ουσία μου. Το ριζικό μου να ξεριζώσω, της ψυχής το βάθεμα και πάλεμα ν' αντέξω, να υψωθώ σε μέρη που ο νους του ανθρώπου δε μπορεί να φανταστεί και βρείτε την άκρη, φωτίστε μου το δρόμο, οδηγήστε με στο ιδεώδες πεπρωμένο. Σβησμένα τσιγάρα, νέες μουσικές και αδειανά ποτήρια, χαράξτε πάλι το χαμόγελο στις καρδιές των ανθρώπων. Βρείτε, ψάξτε βοηθήστε και εσείς να ξαναζήσουμε όλοι τα ήδη βιωμένα. Ποτάμια και θάλασσες, φωτιές και ουρανοί, χώμα και λάσπη, δημιουργήστε πάλι τ' όνειρο που έσβησε κι εχάθη στις ραγισμένες πολιτείες των ονείρων μας. Φέρτε πάλι το ιδανικό, υψώστε την αλήθεια και βάλτε τη στράτα την ανθρώπινη ξανά στο δρόμο το δικό σας. Υπόγειες στοές, μπερδεμένα παραμύθια, πόρτες ορθάνοιχτες μα και κλειστές φωτίστε έστω για λίγο τα μονοπάτια των ιδεών μας. Χιόνια που τόσα είδατε όσο κυλούσατε νερά, μπλεγμένες καταστάσεις ανθρώπων που δεν τις έλυσαν ποτέ, όνειρα και φωτιές υπαρκτές στους δρόμους και στα βάθη της ψυχής, το είναι των ανέμων και η σκουριά της γης όλα μαζί αν πάλι γίνουν ένα και καταφέρουν να δημιουργήσουν τ' όραμα μας, όλα μαζί αν πάλι χαθούν, τότε τίποτα στ' αλήθεια δε θα 'χει πάει χαμένο. Δρόμοι χρυσοστόλιστοι, φωνές που δεν έχετε σιγήσει, παιδιά που ακόμα δεν έχετε μεγαλώσει, δείξτε μας εσείς το φως και ας είναι λίγοι όσοι ακολουθήσουν. Παιγμένες νότες, χαμένες μουσικές, άδεια τραπέζια κλείστε το φως και ονειρευτείτε και εσείς την ύπαρξη ενός άλλου κόσμου. Θλιμμένα ηλιοβασιλέματα, ταξίδια σε χώρες αλαργινές ερωτευτείτε και εσείς επάνω σε φεγγάρια. Ξύλα, πέτρες και γυαλιά κάντε και εσείς το θαύμα σας και κατευθύνετε τα μόρια των ιδεών μας στις δημιουργίες του μέλλοντος. Όλα και τίποτα συνάμα δημιουργήστε αυτό που λείπει από τις ζωές των ανθρώπων. Ξαναφτιάξτε εικόνες σιωπηλές και βρείτε την άκρη του λαβυρίνθου. Τότε και μόνο τότε, όλοι εμείς που είδαμε το φεγγάρι να μη στέκεται στο ύψος του τη νύχτα, όλοι εμείς που είδαμε πως ο ήλιος δείλιασε, όλοι εμείς που ακούσαμε τη βροχή χωρίς να βρέχει, όλοι εμείς θα αρχίσουμε το χτίσιμο μέχρι την επόμενη καταστροφή, μέχρι όλα να γίνουν πάλι τα ίδια και να βρεθούν άλλοι που θα δημιουργήσουν ξανά τα θεμέλια ενός νέου κόσμου.

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Έρωτας στο φεγγάρι

Μια παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα, το φεγγάρι άκουσε δυο ψιθύρους πάνω στη γη. Ήταν τα λόγια δυο ερωτευμένων που σκόρπιζαν αιώνιους όρκους, στην απεραντοσύνη των υπάρξεων τους. Το φεγγάρι χαμήλωσε να ακούσει πιο καθαρά για να μπορέσει να κλέψει κάτι πρωτότυπο ώστε να το πει στην αιώνια ερωμένη του, τη Γη. Το ερωτευμένο ζευγάρι δεν κατάλαβε στην αρχή τη διαφορά. Νόμιζε πως απλά φωτιζόταν περισσότερο ο κόσμος από τον έρωτα τους. Μα ξάφνου, το κορίτσι είδε πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα ένα φως να ασημοστολίζει τα μαλλιά του αγαπημένου της. Και τότε τρόμαξε και ζήτησε από το αγόρι να κοιτάξει τι υπάρχει έξω από το παράθυρο. Έτσι εκείνος, δειλά -δειλά άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και βγήκε έξω. Στην αρχή τυφλώθηκε από τη λάμψη του φεγγαριού και δεν κατάλαβε από που προερχόταν τόσο φως. Όταν τα μάτια του συνήθισαν έμεινε έκπληκτος να κοιτάει το φεγγάρι. Στην αρχή τρόμαξε λίγο, στη συνέχεια όμως έμεινε αποσβολωμένος με τα μάτια καρφωμένα στο υπέροχο θέαμα. Το κορίτσι που τόση ώρα βρισκόταν πίσω από το παράθυρο ανησύχησε για τον αγαπημένο της και αποφάσισε να βγει και εκείνο έξω για να δει τι συμβαίνει. Μόλις είδε το ονειρικό σκηνικό, έπεσε στην αγκαλιά του αγαπημένου της και έκλεισε σφιχτά τα μάτια. Εκείνος τη σήκωσε στα χέρια του και την έβαλε να καθίσει στην κουπαστή του φεγγαριού. Ύστερα κάθισε και εκείνος και την έσφιξε στην αγκαλιά του. Πόση ώρα πέρασε έτσι, οι δύο ερωτευμένοι δεν το κατάλαβαν. Σιγά σιγά ένιωθαν τα σώματα τους να αιωρούνται, τις υπάρξεις τους να χάνουν την υλική τους υπόσταση και να χάνονται στο πέρασμα του χρόνου. Πλέον είχαν εξαφανιστεί, ήταν μονάχα δύο κόκκοι άμμου, δύο μικρές κουκκίδες μέσα στην απεραντοσύνη. Δύο μονάχα στιγμές, αγκιστρωμένες στο πέρασμα του χρόνου. Το φεγγάρι που τόση ώρα αμίλητο έβλεπε τους δύο ερωτευμένους, δάκρυσε. Θυμήθηκε τον δικό του έρωτα για τη Γη και το πως ήταν καταδικασμένο να μην μπορεί να την αγγίξει ποτέ. Σιγά σιγά έπρεπε να γυρίσει στη θέση του και να μοιραστεί την αγαπημένη του με τον άλλο της εραστή, τον ήλιο. Έτσι σάλεψε λίγο για να δώσει στους δυο ερωτευμένους να καταλάβουν πως ήταν η ώρα του να φύγει. Εκείνοι όμως δεν κινήθηκαν. Είχαν πλέον περάσει από τον υλικό κόσμο στην άυλη υπόσταση τους, είχαν χάσει τις σωματικές τους αισθήσεις, είχαν αφεθεί στην ονειρική ύπαρξη του έρωτα. Τότε το φεγγάρι κατάλαβε. Οι δύο ερωτευμένοι δεν θα έφευγαν ποτέ από πάνω του. Κι έτσι ξεκίνησε το μακρινό του ταξίδι, την δύσκολη ανάβαση προς τον ουρανό. Το ζευγάρι θα ερχόταν μαζί του. Και έτσι δεν θα χωρίζονταν ποτέ. Και έτσι θα ζούσαν αιώνια τον έρωτα τους μέχρι εκείνο να καταφέρει κάποτε να σμίξει για πάντα με την δική του αγάπη αφήνοντας και αυτό το σημάδι του, τη μια του στιγμή στο πέρασμα του χρόνου.

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Φερνάντα Λίμα και Μαντέλα

Από τη Μαύρη Ήπειρο ξεκίνησαν οι σκλάβοι κι άποικοι Πορτογάλοι βρήκαν τη Νέα Γη. Δύο απόγονοι αυτών κι οι δύο ζωντανοί, μιας και ο Μαντέλα ποτέ δε θα πεθάνει, γεμίσαν τις οθόνες σας και άφησαν για λίγες μέρες το στίγμα τους στη δική σας μίζερη και αστική ζωή. Ποιος είναι ο Μαντέλα θα ρωτήσουν αρκετοί μιας και τη Φερνάντα την έμαθαν όλοι. Αυτό που όμως δε γνώρισες μικρέ μου όμορφε αστέ είναι το παρασκήνιο. Το θαμμένο πίσω από την κουρτίνα όνειρο. Τις εξεγέρσεις, τα αναμμένα μπουκάλια και την τυφλή βία. Πόσοι νεκροί, πόσοι ζωντανοί-νεκροί στη χώρα του καφέ, για να γιορτάσουμε όλοι μας στη μεγάλη καλοκαιρινή γιορτή των χορηγών. Πόσοι φτωχοί ξεσπιτώθηκαν και πόσους ανώνυμους θα βρεις σήμερα -ως άλλους Μαντέλα - να σαπίζουν σε κάποια φυλακή. Οι δύο εικόνες ενός κόσμου που καταρρέει. Τα νιάτα, η ομορφιά και η ψευδαίσθηση της, με τον αγώνα για τη λευτεριά και όσα αυτή προσδίδει. Και τώρα όλοι οι τρανοί αφού γιορτάσαν και γεμίσαν τα παραφουσκωμένα στομάχια τους θα βρεθούν στο νοτιότερο άκρο της Αφρικής για να αποτίσουν το φόρο τιμής σε κάποιον που δε νοιάστηκε παρά μονάχα γι' αυτό που όλοι εκείνοι είναι οι κύριοι εχθροί. Την Ελευθερία. Το ύψιστο για κάποιους ιδανικό, αυτό που αξίζει να πεθαίνει και να ζει κανείς γι' αυτό. Λοιπόν αγαπητέ μικροαστέ, η απάντηση είναι όχι. Δε θα σου ανοίξει κανείς τα μάτια προκειμένου να μάθεις το όνομα του Μαντέλα. Εξάλλου είναι και ολίγον τι περίεργο. Άκουσε εκεί Μαντέλα! Σίγουρα το Φερνάντα θα ακούγεται πιο όμορφα στ' αυτιά σου. Μάθε όμως αυτό το τελευταίο. Για κάθε μία από τις εκατομμύρια Φερνάντες που υπάρχουν, εμφανίζονται στον κόσμο λίγοι Μαντέλα. Μπορεί να είναι μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Μπορεί να βρίσκονται ένας ή δύο κάθε πενήντα ή εκατό χρόνια. Ποτέ όμως την ιστορία δεν την άλλαξε η όποια Φερνάντα. Την ιστορία την άλλαζαν πάντα οι διάφοροι Μαντέλα.

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Χίμαιρες

Μπροστά στις άσβεστες φωτιές, χίμαιρες κυνηγάς. Όνειρα που το παρελθόν σου γέμισαν αποφάσισες να πράξεις. Κυνήγησες για χρόνια άπιαστους χρησμούς και έψαξες στο παρελθόν τα χρόνια σου να σβήσεις. Όμως να που σήμερα έρχονται οι μέρες. Αυτές οι μέρες οι θαυμαστές που αρχαίων χρόνων μάντες προέβλεψαν ότι θα συμβούν. Όμως που πάς; Που ξεστρατίζεις; Ποιος σου είπε πως μπορείς να τολμάς ν' αλλάξεις το ριζικό σου; Πάλι τις χίμαιρες σου κυνηγάς για να τις εξοντώσεις;  Όρκοι παρελθοντικοί και βροχερές ημέρες, με τον αέρα που λυσσομανά βρίσκεις χρόνια σμπαραλιασμένα σε πλατείες, δρόμους και σε προσόψεις παλιών σπιτιών. Τι γύρεψες; Αφού όσα είχες ποτέ δε σου έφταναν. Τι γυρεύεις; Αφού όσα θα βρεις δε ξέρεις αν θα σου φτάσουν. Στα όνειρα που πίστεψες πως τον κόσμο σου θ' αλλάξουν πάλι έδωσες όρκο. Σκέφτηκες, αποφάσισες, ξανασκέφτηκες και έκανες πίσω. Γιατί; Γιατί δεν τόλμησες σε ρωτούν οι φιγούρες που έρχονται από το παρελθόν σου. Αποφάσισες να ξαναξεκινήσεις. Τις χίμαιρες του παρελθόντος πίσω σου να αφήσεις. Να πάρεις τους δρόμους τους χρυσοκεντημένους και πάλι να κυνηγήσεις τα όνειρα της ζωής σου. Όμως αυτά δεν είναι χίμαιρες. Είναι η ζωή σου. Κι όσο κι αν άργησες να το καταλάβεις, εσύ είσαι αυτός που την ορίζει. Όσο κι αν αφέθηκες στα μονοπάτια της μοίρας κατάλαβες πως τίποτα δεν είναι τυχαίο. Πως όλα εσύ τα δημιουργείς και όλα εσύ είσαι που τα διαλύεις. Πρόσωπα γνώριμα μιλούν για τις ζωές τους. Ευλαβικά ακούς τα χρόνια που περάσαν να σιγοψιθυρίζουν στο μυαλό σου. Και αναρωτιέσαι ποιος είσαι και που πας; Ποιο ειν' το νόημα σου; Είναι τα ψηλά βουνά που συγκρατούν τον ήλιο; Είναι οι θάλασσες οι πολυθρύλητες που ραγίζουν την ψυχή σου; Είναι ο δύσκολος, ο δυσκολότερος και δύσβατος τούτος δρόμος; Δεν ήξερες. Δεν ξέρεις. Θέλησες και θες να μάθεις. Κι αν τρομάζεις, κι αν φοβάσαι μάθε μονάχα τούτο. Πως αυτός ο δύσβατος είναι του ανθρώπου ο δρόμος. Πάντοτε όνειρα να κυνηγάς, αλλιώς έχεις πεθάνει. Κι όσο για τις χίμαιρες; Αλήθεια που χάθηκαν αυτές; Μα αυτές τις κυνηγούν όσοι ήδη έχουν πεθάνει. Εσύ τα όνειρα σου κυνηγάς κι ορίζεις τη ζωή σου.