Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Μονόλογος ενός ξεριζωμένου

Φωτισμός χαμηλός. Στο κέντρο της σκηνής βρίσκεται μια παλιά ξύλινη καρέκλα. Ένας προβολέας φωτίζει την καρέκλα. Στη σκηνή εμφανίζεται ένα νεαρό παιδί ντυμένο στα άσπρα. Κάθεται στην καρέκλα...

"Ωραία μέρα απόψε. Η Σμύρνη, η πόλη μου, ο τόπος που γεννήθηκα ζει επιτέλους το όνειρο της. Η ελληνική σημαία κυματίζει στην προκυμαία. Πόσο περήφανος θα ήταν ο παππούς μου αν μπορούσε να με δει, αν μπορούσε να αντικρίσει τα παιδιά του ελληνικού στρατού να παρελαύνουν στο λιμάνι... Τι ευτυχία είναι αυτή που ζω; Μόνο που να! Ανησυχώ για τη Φατιμά. Η αγαπημένη μου, είναι Τουρκάλα και έχει στεναχωρηθεί. Κλαίει και φωνάζει πως «οι άπιστοι θα μας σφάξουν». Θα της περάσει όμως. Όταν την πάρω στην αγκαλιά μου , θα τα ξεχάσει όλα! Όταν της μιλήσω και όταν ακούσω το κελαρυστό γέλιο της και τη φωνή της θα ολοκληρώσω την ευτυχία μου. Εξάλλου δεν πάει πολύς καιρός από τότε που μου είχε πει πως θέλει να με ακούει να μιλάω, γιατί της αρέσει η φωνή μου και ας μην καταλαβαίνει τη γλώσσα μου.Της φτάνει λέει που νιώθει την ψυχή μου μέσα από τα λόγια μου... Περίεργο πλάσμα στ' αλήθεια η Φατιμά μου...

Όμως , τι είναι αυτό που ακούγεται από μακρυά; Σαν να τρέχει ο χρόνος ή σαν να σταμάτησε. Τι είναι αυτές οι οπλές των αλόγων που ακούγονται; Και γιατί να νιώθω αυτό το σφίξιμο στην καρδιά μου; Είναι μέρα χαράς...Είναι μέρα χαράς...."

Τα φώτα σβήνουν. Ο νεαρός φεύγει. Στη θέση του κάθεται τώρα ένας γέρος...

"Που να το ήξερα τότε... Που να ήξερα ότι η χαρά μετατρέπεται μέσα σε μια στιγμή σε πόνο, λύπη, αίμα και δάκρυ. Που να ήξερα πως θα χάσω οτιδήποτε αγαπούσα. Την πόλη μου , τον πατέρα μου, την πατρίδα μου, τη γη μου. Και τη Φατιμά. Όταν τα πλήθη των εξαγριωμένων Τούρκων έκαιγαν την πόλη μου δε μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο παρά να φύγω. Εγώ, η μητέρα μου και οι αδελφές μου. Ο πατέρας μου; Χα! Ποιος να ξέρει σε ποια έρημο της Ασίας θα λιώνουν τώρα τα κόκαλα του. Και έτσι  από μικρός, βαφτίστηκα πρόσφυγας. Αυτή είναι και η διαφορά μου. Πρόσφυγας και όχι μετανάστης. Γιατί δεν την επέλεξα τη φυγή μου. Αναγκάστηκα να φύγω. Και πήγα που; Σε ξένο μέρος, ξένος. Είναι σκληρή η προσφυγιά κι ας το ξεχνάω που και που.  Ογδόντα χρόνια πάνε πλέον που ζω σε αυτόν τον τόπο. Εμένα όμως πατρίδα μου θα είναι πάντα η Σμύρνη... Κι ας μην την ξαναείδα ποτέ από τότε. Γιατί μέσα μου θα είμαι πάντα πρόσφυγας.

Αλήθεια, θες να μάθεις τι συνέβη σήμερα το πρωί;

Βρισκόμουν στο λεωφορείο και μπήκε μέσα μια μάνα με τα δυο παιδιά της. Ήταν λίγο μελαψοί και μου θύμισαν τους ανθρώπους στην πατρίδα μου. Έτσι ήταν και οι άνθρωποι στη Σμύρνη... Κάποια στιγμή η μητέρα ήρθε και έκατσε δίπλα μου κρατώντας το μικρό αγοράκι στην αγκαλιά της. Αυτό το αγοράκι θα 'ταν δε θα 'ταν δέκα χρονών, κοντά στα χρόνια που είχα τότε που...τότε που μας έδιωξαν από τη Σμύρνη. Στα μάτια του διάβαζα τον ίδιο πόνο που ένοιωθα και εγώ τότε. Ήμουν έτοιμος να τους μιλήσω όταν ξαφνικά ο μικρός κάτι είπε στη μητέρα του. Το μόνο που κατάλαβα ήταν η λέξη «Συρία» .Δε λάθεψα, είπα από μέσα μου. Πρόσφυγες και τούτοι...

Την ίδια στιγμή  ένας νεαρός, ο εγγονός του Λευτέρη μπήκε στο λεωφορείο. Με το Λευτέρη ήμασταν γείτονες στη Σμύρνη. Μαζί ζήσαμε την προσφυγιά και τον ξεριζωμό, μαζί και τις δυσκολίες όταν ήρθαμε εδώ και δε μας ήθελε κανείς. Ο μικρός Λευτεράκης, ο εγγονός του, είχε μεγαλώσει και είχε γίνει δυο μέτρα παλικάρι. Δε με αναγνώρισε. Η σκόνη του χρόνου είχε πέσει βαριά πάνω μου φαίνεται. Και τότε της μίλησε.

-"Σήκω πάνω μωρή βρωμιάρα να κάτσει κανένας άνθρωπος. Άντε στο διάολο, έρχεστε στη χώρα μας και τη βρωμίζετε με τα μούλικα σας μαζί. Είχες και στη χώρα σου λεωφορεία;"

Θέλησα να μιλήσω, θέλησα να φωνάξω, θέλησα να ουρλιάξω. Θέλησα να σηκωθώ επάνω  και να του θυμίσω. Να του πω όσα ο πάππους του ίσως να μη του είχε πει, ίσως να ήθελε να τα ξεχάσει. Αντ’ αυτού, γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ποιος είμαι εγώ για να  αλλάξω τον κόσμο; Τι είμαι εγώ; Ένα σκουπίδι, ένα τίποτα, ένας πρόσφυγας....

Τελικά η γυναίκα σηκώθηκε. Στην επόμενη στάση κατέβηκαν όλοι μαζί με τα μάτια τους να κοιτούν το πάτωμα. Δίπλα μου καθόταν πλέον ο Λευτεράκης. Δεν άντεξα. Σηκώθηκα και εγώ και κατέβηκα στην επόμενη στάση.

Το ίδιο βράδυ, στο σπίτι μου αναλογιζόμουν τη σκηνή. Γιατί δεν είχα μιλήσει; Γιατί δεν είχα αντιδράσει; Γιατί δεν του είχα εξηγήσει; Ως πότε θα σωπαίνω πια; Έφτασα τα ενενήντα  και ακόμα πολλές φορές οι λέξεις κολλάνε στο λαιμό μου. Θες ο φόβος; Θες το αίσθημα του ξένου που ακόμα με διακατέχει; Δεν ξέρω τι απ’όλα. Αυτό που ξέρω είναι μονάχα ότι δεν μίλησα. Και αυτό θα με στοιχειώνει μέχρι να κλείσω τα μάτια μου.

Και έτσι πήρα τη μεγάλη απόφαση.

Από εδώ και πέρα θα μιλάω. Όποτε βλέπω το λάθος, όποτε νιώθω το άδικο να με πνίγει θα μιλάω. Από το επόμενο πρωί κιόλας, θα σηκωθώ και θα πάω στο Λευτεράκη να του εξηγήσω δυο τρία πράγματα. Ναι! Αυτό θα κάνω!  Στο κάτω-κάτω τι έχω να χάσω; Τι έχω πια να φοβηθώ; Ίσα-ίσα που αν δεν το κάνω θα χάσω τα πάντα. Γιατί τότε θα έχω εκδιώξει την προσφυγιά μου από την ψυχή μου. Θα έχω σκοτώσει όσα ήμουν και όσα είμαι. Θα έχω δολοφονήσει όσα με κράτησαν ζωντανό όλα αυτά τα χρόνια. Τις θύμησες και τον πόνο μου. Και κυρίως αν δε μιλήσω, θα έχω γίνει εκδιώξει εμένα από τον εαυτό μου. Και δεν θα το αντέξω να γίνω πρόσφυγας ακόμα μια φορά. Όχι πάλι, όχι ξανά. Ποτέ πια!

Γιατί αν δε μιλήσω κι αν δε μιλήσεις πως θ’αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο Φατιμά μου;"

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

La stella del mare

Sono in un sogno. C'è una stella molto bella con i capelli lunghi e lisci. Ma non ha occhi. Ha due piccole conchiglie per occhi. Queste conchiglie guardano me e subito il mio cuore muore per loro...

Ma questa stella ha una bella storia. Tre anni prima si era innamorata di un cavalluccio marino. Tutte le notti la stella vede il cavalluccio marino, ma non puó parlare con lui. Una notte, quando la luna era nascosta dietro le nuvole, il cavalluccio marino guardó la stella e dopo la stella scese nel mare e cominció a parlare con lui. Nessuno sa che cosa si siano detti, ma quando la stella tornó in cielo non aveva più gli occhi. Aveva due conchiglie. Molte persone dicono che quello fosse un regalo. Ma chi conosce la pura verità? L'amore non ha domande, non ha risposte.

Sono in un sogno. E spero, quando mi sveglio, di avere anchio due conchiglie per occhi. Perchè questo è il senso. Perso o vinto, questa è una storia d'amore...

*Μια πρώτη προσπάθεια να γραφτεί κάτι στα Ιταλικά...
Το ελληνικό κείμενο θα ήταν κάπως έτσι:

"Βρίσκομαι σε ένα όνειρο. Υπάρχει ένα αστέρι πολύ όμορφο με μαλλιά μακρυά και ίσια. Αλλά δεν έχει μάτια. Έχει δυο μικρά κοχύλια στη θέση τους. Αυτά τα κοχύλια με κοιτούν και αμέσως η καρδιά μου πεθαίνει γι' αυτά...

Αλλά αυτό το αστέρι κρύβει μια όμορφη ιστορία. Τρία χρόνια πριν ερωτεύτηκε έναν ιππόκαμπο. Κάθε νύχτα κοιτούσε τον ιππόκαμπο αλλά δεν μπορούσε να του μιλήσει. Μια νύχτα όμως, όταν το φεγγάρι κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα, ο ιππόκαμπος κοίταξε το αστέρι και αμέσως μετά εκείνο κατέβηκε στη θάλασσα και άρχισε να μιλά με τον ιππόκαμπο. Κανείς δεν γνωρίζει τι είπαν, αλλά όταν το αστέρι επέστρεψε στον ουρανό δεν είχε πια μάτια. Στη θέση τους είχε δύο κοχύλια. Πολλοί άνθρωποι λένε πως αυτό ήταν ένα δώρο. Αλλά ποιος γνωρίζει την πραγματική αλήθεια; Η αγάπη δεν έχει ερωτήσεις, δεν έχει απαντήσεις.

Βρίσκομαι σε ένα όνειρο. Και ελπίζω, όταν ξυπνήσω, να έχω και εγώ δύο κοχύλια για μάτια. Γιατί αυτό είναι και το νόημα. Κερδίζεις ή χάνεις, αυτή είναι μια ιστορία αγάπης..."

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Αμφιβολία

Έτσι είναι το παιχνίδι που λέγεται ζωή...

Άλλοτε κερδίζεις κι άλλοτε χάνεις, σημασία έχει όμως να παίξεις.
Τα πάνω κάτω έρχονται ή ακριβέστερα τα κάτω έρχονται πάνω. Κάποια στιγμή θα συμβεί και αυτό. Είναι προδιαγεγραμμένο. Μέσα στο βάθος του χάους των ματιών σου καθρεφτίζονται τα σκόρπια όνειρα μου. Στον κρυμμένο πόνο του γέλιου σου αντικατοπτρίζεται το γιατί που είναι κρεμασμένο στην άκρη των βλεφάρων μου. Κι από κάτω τυχάρπαστες κολακείες που βρήκαν πρόσφορο έδαφος να εκφραστούν.

Έτσι είναι το παιχνίδι που λέγεται ζωή...

Ρίξε νερό στο μύλο τους. Ρίξε λάδι στη φωτιά τους. Φούντωσε τα όνειρα τους, φούσκωσε κι άλλο τα αλλοπαρμένα μυαλά τους. Έτσι κι αλλιώς είναι μικροί για να κατανοήσουν. Έτσι κι αλλιώς είναι απαίδευτοι. Μια μέρα δική μου γεμάτη χάος δεν θα την άντεχαν λεπτό. Κι όμως, ακόμα κι έτσι, δεν θα τους την χαρίσω. Οι μέρες τούτες είναι όλες δικές μου. Μια προς μια. Λεπτό με το λεπτό. Δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο.

Μα έτσι είναι το παιχνίδι που λέγεται ζωή...

Περαστικοί περνούν κι ακούν τη μουσική τους. Εκλάμψεις μαγευτικές αλλοπρόσαλλων φώτων εκρήγνυνται στο μυαλό μου. Λουλούδια ανθισμένα σιγά σιγά μαραίνονται. Μη μου ζητάτε εξηγήσεις. Είναι τα προφανή και τ' αυτονόητα δικά σας που δεν καταλαβαίνω. Είναι τα προφανή και αυτονόητα δικά μου που δεν κατανοείτε. Μα καλύτερα έτσι. Από την ψηλή κορφή ενός βουνού ο βοσκός μας βλέπει και γελάει. Τυλίγεται με την κάπα του, μας φτύνει και ξαναγυρνάει στα πρόβατα του απορημένος με τις υπάρξεις μας.

Μα έτσι είναι το παιχνίδι που λέγεται ζωή.

Τι κι αν περάσαν τα χρόνια; Μυστηριακά άστρα φωτίζουν τον ουρανό μας. Η ζέστη του απομεσήμερου κάνει την εμφάνιση αποχαυνώνοντας τους πάντες. Χημικές ενώσεις στα κεφάλια μας δημιουργούν παράδοξες εικόνες. Κρεμασμένα στους τοίχους τα πορτρέτα αλλοτινών καιρών και μουσικές με διάφορα είδη παπαγάλων να επαναλαμβάνουν τα λόγια...

Μα είναι έτσι τελικά το παιχνίδι που λέγεται ζωή;

Φωτογραφία: Brassai


Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Κενότητα

Κάθομαι ήσυχος στη γωνιά μου, παρατηρώντας το κενό. Άνθρωποι γύρω μου άδειοι να λάμπουν με την κενότητα τους στους φωτεινούς ουρανούς που είναι ανάξιοι να θαυμάσουν. Ξέρω πως το γκρέμισμα των ειδώλων, η διάλυση κάθε είδους ηθικής, αργεί πολύ ακόμα για να έρθει. Το ποτάμι του ψεύδους και της ματαιοδοξίας καιροφυλακτεί να πλημμυρίσει τα αγνά, αρχέγονα ένστικτα του είδους μας.

Οι μεταφυσικές ελπίδες των καιρών μας στέκουν ακόμα ζωντανές. Ο θεός τους δεν έχει ακόμα πεθάνει. Ζουν απομονωμένα στη ζούγκλα τους νομίζοντας οι ανόητοι πως κατέχουν την απόλυτη, τη μοναδική αλήθεια. Πόσα χρόνια ακόμα τους μένουν να περάσουν μέσα στην πλάνη τους; Πόσες αιωνιότητες ακόμα θέλουν να διαβούν; Πόσα ακόμα ηλιοβασιλέματα θα πάνε χαμένα στο τέρμα των ονείρων τους;

Ζούμε στην κοινωνία που ακόμα δεν έχει αντιληφθεί πως καταρρέει. Δεν έχει κατανοήσει ότι δεν αναπνέει τον αέρα της ελευθερίας αλλά ότι απλά βγάζει τον επιθανάτιο ρόγχο της. Και εμείς ακόμα εδώ, και εμείς ακόμα εκεί.

Στεκόμαστε απλοί παρατηρητές της πλημμύρας που έρχεται. Της επερχόμενης λάβας εκρηγνυόμενου ηφαιστείου που θα απολιθώσει τα κορμιά τους. Μα πώς να μπορέσουν επιτέλους οι μικροί και ασήμαντοι να δουν; Πώς να μπορέσουν να κατανοήσουν; Αφού τα μάτια τους βολεύτηκαν και αυτά μεσ' την βολή τους.

Όλα τριγύρω είναι φαινόμενα μα στην ουσία, στον πυρήνα της ουσίας, βρίσκεται το απόλυτο κενό. Τίποτα δεν είναι. ίσως να μην υπάρχει καν ουσία, ίσως να μην υπάρχει καν πυρήνας. Ίσως να είναι απλά ένα μαθηματικό θεώρημα που περιμένει την απόδειξη και εφαρμογή του. Ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα, που κανείς δε γνωρίζει πόσο θα τραβήξει, πόσο ακόμα θα συνεχίσει να απλώνεται στο χωροχρόνο.

Μικρά ετοιμοθάνατα αστέρια που εκλιπαρούν για μια ακόμα ανάσα. Μα ο δρόμος δεν έχει επιστροφή.  Από τη στιγμή που διαλέχτηκε πρέπει να βιωθεί. Μονάχα που να, μέσα στο απόλυτο κενό αχνοχαράζει. Ακούγονται τα πρώτα πουλιά να κελαηδούν. Κι αν μέσα στον παγερό χειμώνα υπάρχει ένα λουλούδι που ανθίζει, αν μέσα στους καιρούς της λήθης ξεπηδούν αναμνήσεις, αν η καθημερινότητα δεν είναι μια ρουτίνα και ακόμα και αν υποπίπτει κανείς στο αμάρτημα της καθόδου στη σαπίλα, δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας.

Πάντα έτσι θα γυρνούν τα πράγματα και πάντα έτσι θα κυλάει ο χρόνος. Πάντα θα υπάρχουν λίγοι και πολλοί. Το ζήτημα είναι σε ποια πλευρά είναι κανείς και αν αυτό είναι ή όχι επιλογή του.

Ώρα να φεύγουμε. Η καθημερινότητα μας καλεί. Δυστυχώς ή ευτυχώς πρέπει και αυτή να βιωθεί.

Φωτογραφία: Henri Cartier-Bresson

Παράδοξη πρόβα

Παραπατώ παραμένοντας παραμελημένος από τα παραστρατήματα των παραδοσιακών και απροσδόκητα παραβολεμένων ανθρώπων, παρακαλώντας τις παραδόσεις των νωχελικών με όλες τις παραφυάδες τους, να παραβλέψουν την παραδοχή του άφθαρτου και άφθαστου γίγνεσθαι.

Παρατηρώ τους παραμελημένους να παραμένουν παραδοσιακοί μέσα στη φθορά τους προσπαθώντας να παρακολουθήσουν την επερχόμενη παράδοξη αλλαγή που θα παρασύρει τις παροτρύνσεις τους στον Καιάδα της παραδεκτής ηθικής τους.

Παραμένω σαν γράμμα ανάμεσα στ' Όμικρον και το Ρω, μια πρόβα της στιγμής από την σταγόνα που θα σημάνει την πρώτη καταιγίδα, από τον κεραυνό που θα παρασύρει με τη δύναμη του την άδεια καθημερινότητα τους.

Παραμένω μια παράδοξη, μια παράκαιρη, μια τελική πρόβα, πριν το πολύχρωμο ηλιοβασίλεμα...

Φωτογραφία: Andre Kertesz

Αρχέτυπο

Πόσο αξίζει μια στιγμή ελευθερίας
πόσο τα θέλω μου να στήσουνε γιορτή;
Μεσ' το κυνήγι της ανούσιας ουσίας
φάρμακο ρίχνω για να κλείσει η πληγή

Ξέρω χαμένος βρίσκομαι παραπατώντας
γι'αυτό κι αφήνω την ψυχή μου στο χαρτί
μα κάποια βράδια σκοτεινά παραμιλώντας
αναρωτιέμαι πως τα έφερε η ζωή

Έχω τ'αστέρι μου στα βάθη της ψυχής κρυμμένο
είναι ντυμένο με πορφύρα της αυγής
μα να τ' αγγίξω δε μπορώ είναι ατσάλι πυρωμένο
κι έτσι αφήνομαι στα χρώματα της γης

Ταξιδεμένος σε όνειρα χαμένος
μέσα στο χάος του μυαλού μου τριγυρνώ
κι είναι οι μέρες πονηρές κι ας είμαι μπερδεμένος
και ότι δε μ'αγγίζει πλέον προσπερνώ

Όταν τ' αστέρια κατεβαίνουνε στη γη
είναι στ' αλήθεια κάτι μαγικό
κι είναι τα μάτια που μιλάνε στη σιγή
και ξέρω ότι σκέφτεσαι όσα και εγώ

Και έρχεται ο φόβος ο μεγάλος που ορίζει
κάθε μου λέξη, κάθε σκέψη και στιγμή
μα όταν κάπου-κάπου ξεστρατίζει
τότε αφήνεται ελεύθερη η ψυχή

Τι να μου πούνε όλοι τους εμένα
που έζησα όσα δεν είχα φανταστεί
μα ειν' δυο μάτια που κοιτούν, αγαπημένα
και μου θυμίζουν όσα έχω μοιραστεί

Είναι ο πόνος, το δάκρυ και η χαρά μας
ό,τι σε πείθει πως αξίζει να το ζεις
είναι κι οι συναντήσεις μέσα στα όνειρα μας
κι η Τέχνη καταφύγιο που ψάχνεις να σωθείς

Τι να μου πουν εμένα και τα φίδια
άνθρωποι που γνωρίσαμε στου δρόμου τη στροφή
είναι και εκείνοι μια από τα ίδια
και ξέρω πως αισθάνεσαι την ίδια αποστροφή

Μα εγώ θα συνεχίζω το δρόμο το δικό μου
μονάχα έτσι αξίζουν οι στιγμές
ξέρω πως δε το διάλεξα, ίσως το γραφτό μου
που όρισε το αύριο μέσα από το χτες

Κι όσο θα αναλώνομαι θα ψάχνω το εγώ μου
ταξιδεμένος σε σώμα και ψυχή
και θα κρατάω μέσα μου πολύτιμο φυλαχτό μου
κάθε άσχημη και όμορφη στιγμή

Κι αν όσα έζησα ήταν ένα ποίημα
λείπει ακόμα η τελευταία του στροφή
μπορεί και να μη μάθουμε ποτέ το τίμημα
μα έτσι δικαιωνόμαστε
μέσα απ΄την καταστροφή...

Φωτογραφία: Andre Kertesz

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Το μαχαίρι


Βγάζω κάθε μέρα το μαχαίρι λίγο-λίγο απ'την καρδιά μου. (Μήπως στ' αλήθεια το μπήγω πιο βαθιά;)
Και προσπαθώ ακόμα να ξεμπλέξω από τα φύκια που μου κλείνουν το στόμα, από τις ενοχές που ακόμα κουβαλώ.

Μα οι σκέψεις είναι πουλιά διαβατάρικα που δεν ορίζεται ο προορισμός τους. Και γω το προσπαθώ και συ το προσπαθείς.
Φτάνει στ' αλήθεια η προσπάθεια μοναχά; Η εξιλέωση δεν βρίσκεται μέσα από το γραπτό.
(Μήπως στ' αλήθεια κρύβεται εκεί;)

Και η ανάμνηση του πελάγου, του κύματος που σκάει στο βράχο να είναι τόσο μαρτυρική. Το πρώτο δάκρυ εκεί στην είσοδο της νέας ζωής να αυλακώνει ακόμη τα πρόσωπα μας.
Και οι φοβίες, αυτές οι φοβίες που σε πλακώνουν και ανάσα δε σε αφήνουν να πάρεις. Τόσο σκληρές που έρχονται από το πουθενά.
(Μήπως στ' αλήθεια έρχονται από μέσα;)

Βάζω στην αλυσίδα μου καρφιά για να ματώσω. Δε φτάνει ο πόνος μοναχά. Ό,τι κι αν δε σκέφτομαι όσα κι αν ξεχρεώσω τίποτα λιγότερο από το τίποτα. Αδειάζει πάλι το μπουκάλι, στερεύει η πηγή. Μα ανεξάντλητα είναι τα όνειρα.

Ξέρω βαθιά τον εαυτό μου πάλι θα προδώσω.
(Κι αν ο φθόνος είναι αρετή;)
Παραλήρημα μοιάζει και πώς να τα σκοτώσω;
Μου φτάνει μονάχα ν' αδειάζει η ψυχή.
Αυτό το βάρος, αυτός ο πόνος, αυτή η κρυφή μου η ευχή.

Αγνότητα και μίσος. Μίσος και αγάπη. Διάφορα συναισθήματα μπλεγμένα κατα κει. Ακόμα ψάχνω. Ακόμα ψάχνω. Ψάχνω για κάτι που κανένας δε θα βρει.

Και η θάλασσα άδεια, πλέον τι να πει; Ακατανόητα σκοτάδια σε φως και στην πληγή. Κεριά σβησμένα, γωνιές αραχνιασμένες, είχα ανάγκη τούτο εδώ.
Ομιλίες αγαπημένες, μα ποιος να καταλάβει όσα ζω;

" ὅτι ἠγάπησε πολύ "

Ξέρω πως τίποτα δε γράφεται στην τύχη. Ξέρω πως όλα είναι εδώ. Κι ας το ξέρω μοναχά εγώ.
(Αλήθεια, μοναχά;)

Γραμμένα πάνω στο μαχαίρι, κρυμμένα χιλιάδες μυστικά.
Ακουμπώντας στο τζάμι το κεφάλι είναι βαριά η πέτρα στο λαιμό. Μα το μαχαίρι ακόμα στάζει. Ακόμα βγαίνει ακόμα μπαίνει. Σε μια χρονολογική προοπτική δεν καταλαβαίνεις πια την κίνηση του. Είναι προς τα μέσα; Είναι προς τα έξω;

Αλλοπαρμένα αδιαπραγμάτευτα και αδιάβλητα. Μπέρδεμα. Αυτό μονάχα. Άδειος ο καναπές και ας γεμίζει. Ποιος θα κατανοήσει;

Και αν το τέλος πρέπει να είναι συνετό και αν η θάλασσα ξεβράζει τα όνειρα μας ένα μοναχά θα πω. Χέρια χιλιάδες, λέξεις πολλές.

Όνειρο άπιαστο ένα.

Τα όνειρα δεν πεθαίνουν. Τραυματίζονται. Όσο βαθιά κι αν μπαίνει το μαχαίρι.
Για όσα δε μπορώ να αντέξω, για όλα αυτά.

Πέρασε η ώρα.
Και έχω πάλι τ' όνειρο μου να ματώσω.
Έχω πάλι εμένα να πληγώσω.

Μέχρι το μαχαίρι να βγάλω τελείως. Και να μπορέσω να με βρω.
Και ξέρω πως για να το βγάλω και να το πετάξω μακρυά
πρέπει να το καρφώσω ακόμα πιο βαθιά.

Αλήθεια πως μετράει κανείς το βάθος της ψυχής του;

*** Graffiti: INO
Φωτογραφία: Dphotography (https://www.facebook.com/dimarphotograph/)