Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Βουβή αλληγορία


Και έχω τόσα να πω και θέλω τόσα να πω
και έχω πάλι να μιλήσω και θέλω πάλι να μιλήσω
τις σκέψεις και τα όνειρα με λόγια να τα ντύσω

Κι ας είναι τόσα πολλά κι ας είναι πάρα πολλά
κι ας είναι κρυφά και ας είναι βουβά
αυτά που μένουν σε βάθη ατελείωτα και παραμένουν σκοτεινά

"Μα το δέντρο ό,τι κι αν γίνει στη ρίζα του υπακούει"
και ο ποιητής μου λέει πως είναι άσχημο το χούι
όμως γνωρίζω αληθινά πως την ψυχή μου κάποιος την ακούει

κι αν δεν ταιριάζουν με τους στίχους μου οι λέξεις
έρχονται δρόμοι στη ζωή για να διαλέξεις
αλληγορία που πρέπει να σκεφτείς και να επιλέξεις

και σκέψου ένα σκαντζόχοιρο μ' αγκάθια ματωμένα
και σκέψου ένα πετούμενο με τα φτερά κομμένα
και μέσα από τα λόγια βρίσκεις όλα τα κρυμμένα

κι αφού με πάει η ζωή μπρος-πίσω
τη μνήμη και τη λήθη του Έσσε θα ζητήσω
και την ψύχη μου προσπαθώ ελεύθερη ν' αφήσω

του Ρίτσου το "δεν ωφελεί" για πάντα να νικήσω...

[...]

Και σκέψου τι να κρύβεται μέσα στις αγκύλες - μέσα σου ψάξε για να βρεις

Και ας είμαι ο μόνος που θα καταλάβει
αυτό το άδειασμα ψυχής

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Μικρή φωνή

Δε με χωράει ο κόσμος σας, δε με χωράει ο τρόπος σας,
πιάνω χαρτί και μελάνι και φωνάζω ξανά
αφού εσύ επέλεξες να ζήσεις στα βουβά

Δεν είμαι 'γω ένας ακόμα αριθμός, ούτε ζυγός ούτε μονός,
και βρίσκω στ' άψυχα ξανά τους φίλους μου
αφού το διάλεξες να γίνεις κριτής και συ του ήθους μου

Και βρίσκω στίχους ξαφνικά που δεν υπήρχαν πριν
και λόγια μεσ' τα λόγια που είχαν βουβαθεί
αφού στις μέρες μας το πλήθος δε μιλάει
και τ' όνειρο να βρει διέξοδο ζητάει

Μικρή φωνή αν είμαι του μικρόκοσμου
κι αν το εγώ μου μοιάζει λέξη του υπόκοσμου
γίνομαι φλόγα που καίει την ψυχή σου
αφού τα μάτια σου βολεύτηκαν κι αυτά μεσ'τη βολή σου

Κι αν δε σου βγαίνουν οι ρίμες κι αν παράξενο σου μοιάζει
πες μου αλήθεια ποιους κανόνες να υπακούω να ταιριάζει
ξέρεις που σε γράφω μα δε θα σου το πω
αφού έτσι με έμαθαν, παιδί ευγενικό

και κει που όλα φάνταζαν ξάφνου πως τελειώνουν
γι' άλλα εγώ ξεκίνησα και άλλα με στοιχειώνουν
μα μέσα από τις λέξεις θα βρίσκω το χαρτί μου
φέρε μελάνι και χαρτί ν' αφήσω την ψυχή μου

φέρε σελίδες να χωρέσω εγώ το είναι μου
και λίγο φως αν θέλεις πάλι δίνε μου
γιατί να απευθύνομαι ξανά σε σένα;
αφού τα λόγια στέρεψαν και μοιάζουν κουρασμένα

φέρε νερό κι αέρα και θάλασσες κοντά μου
κι ας σκέφτομαι να γράψω και πάλι τα δικά μου
κι αν όπως είπα τ' όνειρο διέξοδο ζητάει
μέσα στο πλήθος μοναχό θα περπατάει

κι αφού ο κόσμος σας είναι τόσο μεγάλος
κάπου θα χωρέσει κι ένας ακόμα άλλος
καίγοντας ξανά τα "πρέπει" και τα "μη" σας
θα ταξιδέψω πάλι μακρυά απ' τη βολή σας.

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Ο κόμπος

Έχω ένα κόμπο στο λαιμό που θέλει να μιλήσει,
θέλει να ξεκολλήσει, θέλει να ακουστεί
Και τον αντέχω το πρωί, τον βλέπω να 'ναι κει,
να προσπαθεί να φύγει να θέλει να σβηστεί

Μ' αυτόν τον κόμπο όμως εγώ είπα να γίνω φίλος
είπα να τον αντέξω, είπα να τον μπορώ
και έτσι καμιά φορά όταν με πιάνει ο ζήλος
στους στίχους καταφύγιο ψάχνω για να βρω

Κι όταν ο κόμπος φύγει και λύσει τα δεσμά μου
τότε πώς θα μιλήσω; τότε πώς θα σταθώ;
αντίκρυ την αγάπη μου, τη μοναξιά κοντά μου
και όσα ονειρεύτηκα ακόμα θα ποθώ

Έχω ένα κόμπο στο λαιμό που όταν λυθεί και φύγει
τότε θα τον ψάχνω και θα τον καρτερώ
και το παράθυρο αυτό που η ψυχή μου ανοίγει
το ξέρω πως θα γίνει κλάμα βουερό

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Γλείφτες και ρουφιάνοι


Ήρθε η ώρα για να μιλήσεις
και κοίταξε ξανά να μη σιωπήσεις
το χαμόγελο που σου φορέσανε στο στόμα
είναι σαν τελεία πριν από το κόμμα.,

Δηλαδή δε σου πάει
και ο φιλόλογος τριγύρω σου γελάει
μα η ψυχή σου δεν πιστεύει σε κανόνες
γραμματικούς, συντακτικούς, των λόγων μας τις πόρνες

"Χωρίς κανόνες πώς θα μιλήσεις;
Πώς θ' ακουστείς άμα δε σκύψεις;"
Καλύτερα βουβός μα όρθιος και ντυμένος
παρά στα τέσσερα στημένος και γδυμένος

Γι' αυτό...

Ήρθε η ώρα και να ακούσεις
σ' όσα σου τάξανε ποτέ μην υπακούσεις
στους τακτικούς και καλοβολεμένους
κωλογλείφτες, σιχαμένους, καημένους

Δηλαδή στους ρουφιάνους
των ονείρων μας τους κάλπικους ζητιάνους
αυτούς που για Θεό έχουν το χρήμα
που να 'ξεραν πως θα τη βρουν από 'να ποίημα

Μ' αρκετά ασχολήθηκα
με τους δειλούς από μικρός αναμετρήθηκα
και μάθε το ρουφιάνε, χωμένε στα υπόγεια
οι στίχοι μου μετρούν πιότερο απ' τα λόγια

Σκυμμένε, σιχαμένε, γλείφτη, βλάκα
εύκολα σε βρίσκω στο λήμμα του "μαλάκα"
κακόμοιρο ανθρωπάκι "που κάνεις τη δουλειά σου"
γλείψε ρε ξεφτίλα ξανά τ' αφεντικά σου

Και κάπου εδώ λέω να τελειώσω
απ' τους ρουφιάνους να μπορέσω να γλιτώσω
μα είναι πολλοί γαμώ την τρέλα μου γαμώ
και δε ξέρω αν την άκρη τελικά θα βρω

Όπως και να 'χει, ώρα να κλείσω
τους τσάτσους των αφεντικών άλλο δε θα βρίσω
κι ας έχω πάντα την απορία
το γλύψιμο γουστάρουν ή κάνουν αγγαρεία;

Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Αντίστροφο


Αν έχεις μάθει να ξορκίζεις τη φωτιά
και να κοιμάσαι με τα μάτια ανοιχτά
τότε οι λέξεις δε σε τρομάζουν πια
κι όλα τ'αδύνατα σου μοιάζουν δυνατά

Αν έχεις μάθει ν' αντικρύζεις ουρανούς
σε μολυβένιους πυροκάμωτους καιρούς
τότε ταξίδια γυρνοβολάει ο νους
σ' άγνωστους τόπους, μαγεμένους, μακρυνούς

Αν η κλωστή που ύφανε της μοίρας το αδράχτι
και τ' όνειρο που πρόδωσες ακόμα σ' έχει άχτι
τότε μη ζητήσεις ποτέ συγχωροχάρτι
και φτιάξε στην ψυχή σου το δικό σου χάρτη

Κι αν στο τέλος πουθενά δεν υπακούς
και η ψυχή σου είναι γεμάτη στεναγμούς
τότε τιμή σου που έκανες πέρα πειρασμούς
κι ειν' η καρδιά σου που σ'έφερε στους δυνατούς

Τότε τιμή σου που άντεξες τους στεναγμούς
και η ψυχή σου έκανε πέρα πειρασμούς
και στην καρδιά σου μοναχά να υπακούς
και στο τέλος θα βρεθείς στους δυνατούς

Τότε να μην έχεις ποτέ κανέναν άχτι
γιατί τα όνειρα δίνουν πάντα συγχωροχάρτι
και απο της ψυχής σου το μυτερό αδράχτι
η μοίρα θα υφάνει το δικό σου χάρτη

Και ταξίδια σε μολυβένιους καιρούς
θα τριγυρνάει ο πυροκάμωτος νους
σ' άγνωστους τόπους κι ουρανούς
που θα τους βλέπεις μαγεμένους, μακρυνούς

Τώρα οι λέξεις με μάτια κλειστά
σε τρομάζουν και δεν κοιμάσαι πια
κι οσα σου φάνταζαν κάποτε δυνατά 
τώρα είν' αδύνατα και δεν ξορκίζεις τη φωτιά

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

Ο νεκροζώντανος


Κοίτα τριγύρω γκρεμίζονται κόσμοι
παντού απλώνουν του θανάτου την οσμή
και συ καημένε παραμένεις βολεμένος
κλεισμένος σπίτι σου και τρομοκρατημένος

Και οι ειδήσεις τους σε κάνουν να τρομάζεις
τα όνειρα σου με το φόβο συνταιριάζεις
και μένεις ήσυχος και τακτοποιημένος
στον καναπέ βουλιάζεις - μοιάζεις απολιθωμένος

Μα δεν αλλάζεις κοιμισμένε δεν αλλάζεις
με τα ίδια σου τα χέρια τον εαυτό σου θάβεις
και μου φαίνεσαι λιγάκι κουρασμένος
απ'τη βολή του καναπέ αποκαμωμένος

Κι όταν αύριο θα ξημερώσει η μέρα
που όρθιος θα θέλεις ν' αναπνεύσεις αέρα
δεν θα μπορείς γιατί θα 'σαι σκυμμένος
ενας νεκρός, με ζωντανούς μπερδεμένος...

Κοίτα τριγύρω και θάψε τη σιωπή
τ'όνειρο πως μοιάζει ποιος ξέρει για να πει;
Νεκρά παιδιά γυρίζουν στο μυαλό σου
μα 'συ κοιμάσαι ήσυχος-δεν είναι το δικό σου.

Μα τώρα που λιγόστεψε του φόβου σου η σκέψη
ψάχνεις για να βρεις ποιος απ'όλους μας θ'αντέξει
και ήσυχος πια τρως το πρωϊνό σου
ξεχασμένος μοιάζεις στον κόσμο τον δικό σου.

Μ' ακόμα εσύ δεν άλλαξες, ποτέ σου δε θ'αλλάξεις
και την αλήθεια για να βρεις πότέ σου δε θα ψάξεις
κι αν κάποτε ο θάνατος έρθει στη γειτονιά σου
εσύ θα κάθεσαι ήσυχος κοιτώντας τη δουλειά σου...

Κι όταν αύριο θα ξημερωσει η μέρα
που όρθιος θα θέλεις ν'αναπνεύσεις αέρα
δε θα μπορείς γιατί θα 'σαι σκυμμένος
ένας νεκρός, με ζωντανούς μπερδεμένος...

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Το κινητό τηλέφωνο


Γεννιέσαι και σου δίνουν ένα κινητό τηλέφωνο να παίζεις. Μεγαλώνεις και φτάνεις στην εφηβεία και τότε αρχίζει να χτυπά πιο δυνατά. Όχι η καρδιά σου αλλά το τηλέφωνο. Πιθανόν μαζί με την καρδιά σου. Πιθανόν. Πρώτοι έρωτες, πρώτες απογοητεύσεις. Το κινητό σου τηλέφωνο όμως πάντα δίπλα σου, πάντα εκεί. Μεγαλώνεις κι άλλο κι αρχίζεις να καταλαβαίνεις πως πλέον δεν μπορείς χωρίς αυτό. Δεν μπορείς να ζήσεις τη ζωή σου, χωρίς την προέκταση του χεριού και του αυτιού σου.

Ύστερα ξυπνάς. Και η μέρα σου κυλάει κάπως έτσι:

Με το που ανοίγεις τα μάτια σου κοιτάς στο τηλέφωνο σου να δεις τις κλήσεις και τα μηνύματα. Στη συνέχεια τσεκάρεις και στα διάφορα social media τις ενημερώσεις σου. Αλήθεια με τόσους λογαριασμούς πότε προλαβαίνεις να ζήσεις;

Κάθεσαι να φας το πρωινό σου και το τηλέφωνο πάντα δίπλα σου να σου κρατάει συντροφιά και να σε ενημερώνει, αν χώρισε η Σούλα με τον Τάκη, αν ο Πέτρος με την Γιώτα αγαπιούνται ακόμα και αν ο Παντελής με την Φρόσω βρίσκονται στο "καφέ της άμμου" και περνάνε τέλεια και σούπερ. Μ' αυτά και μ'αυτά έφαγες το πρωινό σου και σε έχει πιάσει χέσιμο. Ήρθε λοιπόν η ώρα το κινητό τηλέφωνο σου να σε συντροφέψει εκεί που και ο βασιλιάς πάει μόνος του. Ή τελοσπάντων μαζί με το κινητό του. Αφού ενημερωθείς και στην τουαλέτα, διαπιστώνεις ότι πρέπει να πλυθείς και να ετοιμαστείς για τη δουλειά σου. Δυστυχώς δεν έχεις τρία χέρια για να πλένεις με τα δυο το πρόσωπο σου και με το άλλο να κρατάς το κινητό σου, οπότε ναι- αυτή είναι μια πραγματικά δύσκολη στιγμή!

Φεύγεις άρον-άρον να προλάβεις μην τυχόν και αργήσεις στη δουλειά, την οποία παρεπιπτόντως σιχαίνεσαι, αλλά σου δίνει τα λεφτά για να αγοράσεις το ολοκαίνουργιο κινητό τιμής ενός μηνιάτικου και κάτι. Αφού κάνεις λίγο το μαλάκα στο αφεντικό και αφού εξυπηρετήσεις κάτι μουνόπανα που λέγονται πελάτες, έρχεται η ώρα για το άγιο διάλειμμα σου.

Επιτέλους, θα τσεκάρεις ξανά το κινητό σου διότι μπορεί ο φίλος σου ο Αρχίδιος να κατούρησε το καπάκι στην τουαλέτα και η γυναίκα του η Σκυλοβία να του έβαλε τις φωνές. Ε να μην το ποστάρει; Και εσύ δεν πρέπει να το ξέρεις;

Επιστρέφεις στη δουλειά και μετά από λίγες ακόμα μαρτυρικές ώρες επιτέλους σχολάς. Θα δεις τους φίλους σου, θα πείτε τα νέα σας, θα διασκεδάσετε! Πάτε στην αγαπημένη σας καφετέρια και μετά τις γνωστές χαιρετούρες φωνάζεις το σερβιτόρο για το βασικό: όχι να παραγγείλεις, αλλά για τον γαμημένο κωδικό του wi-fι. Κι αυτό γιατί ενώ έχεις πολλά να πεις με τους φίλους σου, εκείνοι έχουν ήδη συνδεθεί και κάνουν check-in ότι βρίσκονται μαζί σου (ή τελοσπάντων με κάτι που σου μοιάζει) στο συγκεκριμένο καφέ. Μετά από λίγες φοβερές σούπερ ουαου ώρες που περάσατε όλοι μαζί χαρούμενοι  και αγαπημένοι με τα κινητά τηλέφωνα σας στην καφετέρια, δυστυχώς πρέπει να γυρίσεις πάλι σπίτι. Διότι και αύριο θα πρέπει να κάνεις το μαλάκα στο αφεντικό.

Αφού γυρίσεις στην θαλπωρή της οικίας σου λοιπόν και ξαπλώσεις, ανοίγεις ένα βιβλίο να διαβάσεις  ανοίγεις κατευθείαν το κινητό σου να δεις σε πόσους άρεσε η φωτογραφία που ανεβάσατε με τους φίλους σου στην καφετέρια. Και κάπου εκεί σε παίρνει ο ύπνος και βλέπεις σε όνειρο πως έχεις ήδη αποκτήσει το ολοκαίνουργιο μοντέλο κινητού που μόλις κυκλοφόρησε.

Αυτή λοιπόν ήταν μια μέρα σου. Μάλλον αυτή ήταν κάθε μέρα σου. Και τα χρόνια περνούν και οι εποχές αλλάζουν. Και κάποια στιγμή πεθαίνεις. Και δίπλα στο τάφο σου, υπάρχει μια μικρή εσοχή. Γιατί μαζί σου έχουν θάψει και το κινητό σου καθώς όσες εγχειρήσεις και αν έγιναν δεν αποκολλήθηκε ποτέ από το χέρι σου.

Κάποια στιγμή θα πρέπει όλοι να παραδεχτούμε την αλήθεια: Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου είναι το κινητό του τηλέφωνο. Όχι ο σκύλος. Χωρίς σκύλο ζεις, χωρίς τηλέφωνο όχι.

Επίσης ερωτήματα όπως "πότε είσαι αληθινός", "πότε είσαι ο εαυτός σου" και "πότε προλαβαίνεις να ζήσεις" δεν έχουν απάντηση.

Όλα τα παραπάνω τα κάνεις κι εσύ, τα κάνω και γω κρατάμε στο χέρι μας συνέχεια  κινητό.

Όλα τα παραπάνω λοιπόν εμείς -αν θέλουμε- μπορούμε να τα αλλάξουμε. Και είναι στο χέρι μας. Όχι σε αυτό που κρατάει το κινητό, στο άλλο.