Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Άδειασμα


Είναι μεγάλη η ιστορία μες τα βλέμματα
που ξέρουν την αλήθεια, γνωρίζουν  και τα ψέμματα
και μην ψάχνεις πάλι άκρη για να βρεις
σ'αλλοτινούς καιρούς ο όρκος ήταν βαρύς

Ήταν ο όρκος κι ο λόγος της τιμής
αυτό που μάθαμε από παιδιά εμείς
στις γειτονιές που άγρια όλοι ζούσαν
όμως μάτια καθαρά είχαν όποτε κοιτούσαν

Τώρα πια τριγύρω μου βλέπω χαμηλωμένα
βλέμματα απ' τα ψέμματα παντού να 'ναι κρυμμένα
και πάλι γελάω με τον καιρό τους
με τη ντροπή που χάραξαν μόνοι στο κούτελο τους

Μην ψάχνεις άκρη σου λέω για να βρεις
αφού στ' αλήθεια ξέρω πως δε το μπορείς
που να καταλάβεις αν δε τα 'χεις ζήσει;
και η ντροπή στα μάτια σου δε λέει πια να σβήσει

Μα όσο κι αν το σώμα σου άλλοι το αγγίζουν
ξέρεις -στ' αλήθεια ξέρεις- τι θέλει η ψυχή σου
περίεργα, παράξενα, που σκιάχτηκες ν' ανταμώσεις
μα διάλεξες ξανά εσένα να προδώσεις

Ήταν το χάος βαρύ για να τ' αντέξεις
και έπρεπε στα σίγουρα κάτι να επιλέξεις
μα γνώρισα καλά την αλήθεια και το ψέμα σου
κι όσα δεν είπες λόγια, μου τα 'πε αυτό το βλέμμα σου

Μ'αρκετά ασχολήθηκα γι ακόμα μια φορά
αναλώθηκα κρυμμένος στα μικρά
μικρή φωνή που είμαι του μικρόκοσμου
και στη φλόγα της ψυχής σου, εικόνα του απόκοσμου

Κι αν τώρα σιγουρεύτηκα πως καίγεται η ψυχή σου
κι αν βόλεψες τα μάτια σου κι αυτά μες τη βολή σου
όλα όσα έγραψα δίκαια με χρεώνουν
μα είναι βράδια σκοτεινά που ακόμα σε στοιχειώνουν

Ξέρω πως δεν είμαι 'γω ο φταίχτης και ο θύτης
μα ούτε θύμα άβουλο και θανατοποινήτης
και ξέρω πως με ουσίες γεμίζω το κενό μου
μιλώ στ' αλήθεια όμως για τον εαυτό μου;

Βαθιά μέσα στα μάτια σου κρύβεται η ντροπή σου
που πήγε τώρα πια εκείνη η ευχή σου;
εκείνη που την έκανες μικρό παιδί σαν ήσουν
που πάντοτε ζητούσες για να σε αγαπήσουν

Κι εγώ που μάσκα ποτέ μου δεν εφόρεσα
ακόμα απορώ με μένα, πώς το μπόρεσα
ξένος εγώ να τριγυρνώ μέσα σε κόσμο ξένο
με μυστικό στο βλέμμα μου κάτι ανταριασμένο

Μα όταν μάτια βλέπω τριγύρω μου κλαμμένα
όλα τους τα συγχωρώ γιατί θυμάμαι εμένα
τότε που με τις σκιές μου πάλεψα
κι ακόμα απορώ πως τότε εγώ δε λάθεψα

Μα ποιος να καταλάβει αν δεν τα έχει ζήσει;
Όλα όσα πέρασα ποιος θα τα ορίσει;
Όσα και αν πέρασα δε θ' άντεχε κανείς τους
γι αυτό γέλιο μου φέρνει η δήθεν ηθική τους

Πράγματα γνωστά σε μένα και σε οικείους
σε γειτονιές που ο θάνατος μας ήθελε ανδρείους
και τώρα ήρθαν να μου πουν πως πρέπει να φοβάμαι
εγώ που το χάος κοίταξα και τώρα πάλι να 'μαι

Να 'μαι εδώ πιο δυνατός με όπλο μου την πένα
κι ένα μολύβι φτάνει πια για να αφήνω εμένα
γι αυτό αστεία μοιάζουν τα δήθεν κάλπικα τους
μα είναι σημείο των καιρών, σημάδι της γενιάς τους

Πολλές οι χαρακιές που βγάζουν στην ψυχή μου
αλήτικα παλέματα στο νου και στο κορμί μου
είναι μεγάλες οι πληγές κι ακόμα με ματώνουν
και κάτι βράδια σκοτεινά που ακόμα με στοιχειώνουν

Ξέρω δε φταιν' οι άλλοι, φταίω μονάχα εγώ
μα δε θέλω ν'αλλάξω κι ας είν' αυτό πικρό
γι αυτό στ' αλήθεια τι να μου πούνε
τι μπορούν να κάνουν τι άλλο θα μου βρούνε;

Ξέρουν πως είναι το να τρέμεις κάποιες νύχτες;
Όχι απ'το κρύο, μα απ'της αβύσσου τις τρύπες
μα που να καταλάβουν, ποτέ τους δεν μπορούν
μονάχα μάτια που τα πέρασαν μαζί μου και κοιτούν

Κι αν κάποιες φορές έχω αμφιβολία
θυμάμαι πάντοτε ξανά κάθε μας δυσκολία
τότε που σκότωνα μόνος τον εαυτό μου
μα είχα κι έχω πάντοτε εσένα στο πλευρό μου

Διάφορες ουσίες τρέχουν μες το αίμα μου
χημείες και συνθέσεις κρύβουνε το ψέμα μου
γελάω με τα χάλια τους και την ψευτομαγκιά τους
μονάχα μια μέρα μου, η ατιμωρησιά τους

Μονάχα μία λέω, δε θ' άντεχαν λεπτό
τη φρίκη όταν συναντάς γίνεται κάτι απτό
κάτι το τρομακτικό που δε μπορείς να ορίσεις
γι' αυτό αντί να φεύγεις κάτσε να πολεμήσεις

Κι αν οι ουσίες που λεγα με βοηθούν να ζήσω
της άβυσσου το χάος για λίγο να το σβήσω
ποτέ μου δεν ξεχνάω τα όσα επεράσαν
κάναν τον κύκλο τους κι αυτά κι ύστερα προσπεράσαν

Κι έτσι τώρα πάλι εδώ με όσα έχω ζήσει
μονάχος μου στο άπειρο, στην πλάση και στη ζήση
είναι περίεργοι οι καιροί και πυρωκαμωμένοι
μα η αλήθεια μέσα μου το μόνο που μου μένει

Μια αλήθεια σιωπηλή που ελάχιστοι γνωρίζουν
ελάχιστοι απ' τους πολλούς που τελικά αξίζουν
κι ένα αστέρι φωτεινό στα βάθη μου κρυμμένο
να γαληνεύει μέσα μου το κάθε τι σπασμένο

Κι αν τούτο το άδειασμα μου μοιάζει πως τελειώνει
ξέρω πως θα ρθει κι άλλο, αυτό είναι που με σώνει
γι αυτό και συνεχίζω το δρόμο το δικό μου
μοναχικό και σπάνιο που βγάζει στο εγώ μου

Μέχρι να με ορίσω και να με καταφέρω
μέχρι να μπορέσω να με ξαναφέρω
μέχρι να μ' οδηγήσω ξανά στον εαυτό μου
στου ονείρου την εκδίκηση
που είναι το γραφτό μου

Τετάρτη, 1 Νοεμβρίου 2017

Παράξενα τ' αλλότρια


Σκέψεις μπερδεμένες ορίζουν το μυαλό σου
δεν ξέρεις πια τι θες, ψάχνεις τον εαυτό σου
ποτέ δεν παραδέχεσαι όσα στα μάτια βλέπεις
κι ανείπωτα αισθήματα μες την ψυχή σου τρέφεις

Φοβάσαι να παραδεχθείς το χάος του μυαλού σου
κρυμμένα βρισκοντ' όλα στο βάθος του εαυτού σου
κι αν όσα θέλεις ξαφνικά σου μοιάζουν πως σε πνίγουν
όνειρα αληθινά τον εαυτό σου κρύβουν

Ό,τι αλήθεια θέλησες πρέπει να φωνάξεις
μέσα στα μάτια σου βαθιά τα θέλω σου να ψάξεις
κι όσα ονειρεύεσαι και παύουν να υπάρχουν
ζωής θελήματα γνωστά μέσα σου ανάβουν

Τώρα δεν ξέρεις, δε ρωτάς, τι θέλει η ζωή σου
ποιο είναι το παράλογο που καίει την ψυχή σου
σκέψεις χαμένες και κρυφές ψάχνεις να τις  ορίσεις
κι αισθήματα που αποζητάς για να καλοσωρίσεις

Μα ειν' το χάος των ματιών συμμέτοχο στη θλίψη
κι είναι και ένα παιδί που τόσο σου 'χει λείψει
είσαι εσύ και μέσα σου ορίζεται ο πόθος
κρυμμένα συναισθήματα τ' ονείρου σου ο τόπος

Μα θα 'ρθει η μέρα η σιωπηλή που όλα θα τ΄ αλλάξεις
όταν και θα παραδεχθείς όσα δε φωνάζεις
μες της ψυχής το άπειρο χαμένα συναισθήματα
έρχονται τώρα εδώ μπροστά και γίνονται ποιήματα

Ποιήματα όπως αυτό, κρυφά μετανοιωμένα
και δύο δάκρυα ορφανά στα χείλη ειν΄ σβησμένα
το φίλησα το δάκρυ σου, το χάος των ματιών σου
τις αυλακιές που χάραξε στο πλάι των χειλιών σου

Κι όταν όλα πέρασαν και έσβησε η μέρα
μες του καιρού τα πείσματα γυρίσαμε 'κει πέρα
με δυο ματιές ειπώθηκαν τα μισοσβησμένα
και ποιον στ' αλήθεια έψαχνα;
Εσένα ή εμένα;

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Ξόδεμα


Είναι ατέλειωτες οι νύχτες στις ψυχές μας.
...
Είναι επικίνδυνα στον κόσμο αυτό σου λέω. 
Είναι επικίνδυνα, φωνάζω...Μα εσύ δε μ'ακούς...
Πόσες φορές πρέπει να στο πω; Πόσες φορές ακόμα για να το καταλάβεις;
Μας έχουν στήσει στον τοίχο και απλά περιμένουμε.
Μας σημαδεύουν μα δεν πυροβολούν.
Παίζουν μαζί μας...
Παίζουν μαζί μας μαζοχιστικά.
Να! Τώρα! Από λεπτό σε λεπτό θα έρθουν πάλι!
Ώρα να φύγουμε, σου λέω. Πάμε.
Μα μην αργείς απόψε. Μην αργείς!
Το φεγγάρι πάλι κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα.
Το βλέπεις;
Ακούς τον ήχο;
Ακούς τα βήματα τους;
Έρχονται σου λέω, έρχονται! Πάμε να φύγουμε, πάμε γρήγορα!
Τι; Κι αν πάλι δεν πυροβολήσουν;
Εγώ σου λέω ότι μπορεί. Ναι, αυτή τη φορά θα το κάνουν!
Πέρασε η ώρα. Τα βήματα τους απομακρύνονται. Είχες δίκιο τελικά. Δεν το έκαναν ούτε σήμερα.
Πάλι δείλιασαν...
Μα ναι, ολοφάνερα! Είναι δειλοί!
Βέβαια και συμφωνούμε.
Ο φόβος μου; Μα για ποιο φόβο μου μιλάς; Ποιος φόβος αλήθεια;
Τι είναι αυτά που λες τώρα;
Μόνο που να!
Ανησυχώ λιγάκι...
Όμως όχι, όχι! Δε φοβάμαι...Απλά ανησυχώ...
Γιατί; 
Μα το ρωτάς;
Κι αν το φεγγάρι ξαναφανεί; 
Αν ξεγελάσει για λίγο τα σύννεφα και εμφανιστεί εμπρός μας;
Όμως τώρα σου λέω πως δεν πειράζει.
Τώρα ναι, στ' αλήθεια δεν πειράζει.
Κι ας είναι ατέλειωτες οι νύχτες στις ψυχές μας.
Θα το ζήσουμε κι αυτό.

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Αναστεναγμοί


Πνιγμένες ανάσες που κάναμε πως δεν καταλάβαμε.
Μισόλογα που ειπώθηκαν μέσα στη σιωπή.
Στο σκοτάδι ξαφνικά έλαμψε ένα φως.
Αναστεναγμοί.
Αναστεναγμοί που νιώσαμε βαθιά μες τις ψυχές μας.
Κι ένα γιατί που αιωρείται ακόμα πάνω από τα κεφάλια μας.
Ρόδες που γυρίζουν χωρίς πουθενά να σταματούν.
Λόγια ακούσια που μοιάζουν με χάδι.
Σκαλιά λερωμένα από τη βρώμα της πόλης.
Καθόμαστε πάνω τους.
Και οι ανάσες μας γίνονται κοφτές.
Χαμόγελα που χάραξαν το νου μας σαν ξυράφια.
Το αίμα που στάζει μοιάζει με τον ουρανό.
Αναστεναγμοί που ακούστηκαν εδώ και εκεί.
Μυριάδες ανάσες που πνίγηκαν σε αναφιλητά.
Και δάκρυα αλμυρά 
αντί για έναν αναστεναγμό.
Ας είναι.

Τρεις λέξεις


Τρεις λέξεις.
Γρήγορα θα 'ρθει πάλι η αυγή και τ'όνειρο θα σβήσει.
Τρεις λέξεις.
Είναι και το αύριο μωρέ που το φοβάμαι. Είναι και εκείνες οι στιγμές που διαλύεται το είναι μου.
Να τώρα πάλι.
Δεν άκουσες τον ήχο των κρυστάλλων που θρυμματίζονται;
Τρεις λέξεις.
Κι είναι και ο φόβος μου μωρέ. Είναι τα ραγισμένα μέσα μου που φοβάμαι μήπως σπάσουν.
Τρεις λέξεις.
Κι ύστερα
σιωπή
...

Φωτογραφία: Dimitris Antonellos

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

Η νύχτα που γεννήθηκε το σκότος


Η ιστορία του Χανς και της Σάρα

Ήταν τότε που γεννήθηκε το σκότος...

Ο ήλιος ανέτειλε πάνω από το Βερολίνο. Ο Χανς σηκώθηκε όπως κάθε πρωί να πάει στη δουλειά του. Ήταν μια παγερή νύχτα του Νοέμβρη. Αφού ντύθηκε καλά, βγήκε από το σπίτι. Η παγωνιά χτύπησε αμέσως τα μάγουλα του. Ανέπνεε τον καθαρό, παγωμένο αέρα μα μέσα του κρυβόταν μια αδιόρατη ανησυχία. Δεν ήξερε γιατί, δεν ήξερε το λόγο. Αποφάσισε να μη δώσει σημασία και κατευθύνθηκε προς τη στάση του λεωφορείου. Στην ώρα του, όπως πάντα, το μεταφορικό μέσο ήταν εκεί για να τον πάει στη δουλειά του.

Ο Χανς δούλευε σε μια μικρή βιοτεχνία παπουτσιών τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Μετά την αλλαγή του πολιτεύματος είχε καταφέρει και αυτός να βρει μια δουλειά έπειτα από αρκετούς μήνες που είχε περάσει ως άνεργος και που στεκόταν στην ουρά του συσσιτίου για μια σούπα ή ένα καρβέλι ψωμί. Ο νέος ηγέτης της χώρας είχε υποσχεθεί πολλά και αρκετά από αυτά τα είχε ήδη κάνει πράξη, δίνοντας δουλειά σε εκατομμύρια συμπατριώτες του,βάζοντας τους να εργαστούν σε μεγαλεπήβολα δημόσια έργα. Ο Χανς δεν έβλεπε με καλό μάτι τις υποσχέσεις του νέου ισχυρότερου άνδρα της χώρας όμως δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα μπροστά στον φρενήρη ενθουσιασμό που είχε καταλάβει τους συμπολίτες του.

Τον τελευταίο καιρό μάλιστα, παρατηρούσε και μια μεταστροφή στην συμπεριφορά του Βόλφγκαν, του εργοδότη του. "Μετά τον πόλεμο και την καταστροφή, ένας νέος άνθρωπος είχε έρθει να δώσει ξανά όραμα στον τόπο, να εμπνεύσει ξανά τα ιδανικά μας, να ξαναστήσει τη χώρα στα πόδια της", συνήθιζε να του λέει. Ναι, ο Βόλφγκαν ήταν πράγματι χαρούμενος με την εξέλιξη αυτή. Η δουλειά πήγαινε καλά, οι πωλήσεις αυξάνονταν και κάποιος νοιαζόταν επιτέλους για τον απλό πολίτη.

Στη δουλειά του Χανς δούλευε και η Σάρα η γυναίκα του. Η Σάρα έπρεπε να βρίσκεται πιο νωρίς εκεί γιατί είχε διαφορετικό ωράριο, επομένως όσα δεν προλάβαιναν να συζητήσουν το πρωί τα συζητούσαν με τα μάτια κατά τη διάρκεια της εργασίας τους. 

Η Σάρα λάτρευε τον Χανς και εκείνος το ίδιο. Κάθε φορά που τον έβλεπε κάτι φτερούγιζε μέσα της. θυμόταν ακόμα πόσο γλυκά την είχε προσεγγίσει, τον έρωτα που καθρεφτιζόταν στα μάτια του και το πάθος στο πρώτο τους φιλί σε ένα παγκάκι. Ένας έρωτας ξαφνικός και παθιασμένος που δεν είχε πάψει να υπάρχει μέχρι και τη στιγμή εκείνη.

Όμως ήταν τότε που γεννήθηκε το σκότος...

Η αρχή έγινε όταν ο Βόλφγκαν άλλαξε τη συμπεριφορά του απέναντι στη Χάνα. Ποτέ δεν της συμπεριφερόταν ιδιαίτερα καλά βέβαια, όμως το τελευταίο διάστημα το κακό είχε παραγίνει. Την κατηγορούσε συνεχώς για όλα, της χρέωνε επιπλέον εργασίες χωρίς αμοιβή και την ανάγκαζε πολλές φορές να μένει παραπάνω στη δουλειά χωρίς έστω να την επιβραβεύει. Και μέσα σε όλα αυτά της συμπεριφερόταν και άσχημα μιλώντας της απότομα ή πολλές φορές βρίζοντας την. Η Σάρα τα κατάπινε όλα, αφού είχε ανάγκη τη δουλειά. Το ίδιο και ο Χανς που ήταν παρών τις περισσότερες φορές. Πολλές φορές σκεφτόταν πως η μεταστροφή της συμπεριφοράς του εργοδότη τους οφειλόταν στις νέες ιδέες που πρέσβευε η καινούρια εξουσία. Πως άνθρωποι άλλων φυλών ή θρησκευμάτων ήταν κατώτεροι από εκείνους και πως θα έπρεπε να τους συμπεριφέρονται σαν  να είναι ζώα. Ο Χανς δεν μπορούσε να τα κατανοήσει όλα αυτά, δεν χωρούσαν στη λογική του. Διαπίστωνε όμως πως μεγάλο μέρος των συμπατριωτών του, ασπαζόταν τις απόψεις αυτές. Και αυτό τον έθλιβε, γιατί αγαπούσε πραγματικά τη Σάρα και δεν άντεχε να βλέπει να της συμπεριφέρονται έτσι άνθρωποι που μέχρι χτες ήταν δίπλα τους.

Μα ήταν τότε που γεννήθηκε το σκότος...

Η αρχή έγινε όταν ο Βόλφγκαν απέλυσε τη Σάρα. Η αιτιολογία ήταν ότι περίσσευε καθώς υπήρχαν πολλοί συμπολίτες του που του ζητούσαν δουλειά, ενώ αυτός είχε στη θέση τους μια ξένη. Το βράδυ εκείνης της ημέρας ο Χανς πήρε τρυφερά στην αγκαλιά του τη Σάρα και έπνιξε βουβά τα δάκρυα του στον ώμο της. Εκείνη παρέμενε ακλόνητη, βράχος. "Θα περάσει κι αυτό", του έλεγε. Δεν πέρασε ποτέ όμως. Αντιθέτως υπήρξε και συνέχεια. Λίγο καιρό μετά την απόλυση της Σάρα, ήταν η σειρά του Χανς. Ο λόγος; Δεν εντασσόταν στο κόμμα που κυβερνούσε τον τόπο.. Και σύμφωνα με τις νέες ιδέες που πλανιόνταν πάνω από τη χώρα, όλοι θα έπρεπε να είναι μέλη του μοναδικού κόμματος που είχε παραμείνει νόμιμο. Όποιος δεν ακολουθούσε τη μάζα, έβγαινε από το κουτί και γινόταν δακτυλοδεικτούμενος. Πόσο μάλλον ο Χανς που ήταν και παντρεμένος με μια ξένη...

Το μεγαλύτερο πλήγμα όμως δεν ήταν η ανεργία. Ήταν ένας νέος, εξωφρενικός νόμος που όριζε πως όσοι ήταν παντρεμένοι με ξένους ή με ξένες από μια συγκεκριμένη φυλή θα έπρεπε να χωρίσουν.

Και τότε ήταν που γεννήθηκε το σκότος...

Ο Χανς αρνήθηκε να υπακούσει στο νόμο.Αρνήθηκε να σκύψει το κεφάλι και να αποχωριστεί την αγάπη του, να αφήσει ό,τι πολυτιμότερο είχε να φύγει από τα χέρια του. Δεν μπορούσε να κατανοήσει τον τόσο παραλογισμό, δεν μπορούσε να καταλάβει που ήταν το κακό που ήταν παντρεμένος με μια ξένη. Και ακριβώς επειδή δεν το καταλάβαινε, ακριβώς επειδή η αγάπη του για τη Σάρα ήταν βαθιά και ειλικρινής, ένα ξημέρωμα που ο ήλιος δεν ανέτειλε ποτέ χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού τους.

Με συνοπτικές διαδικασίες τα όργανα της εξουσίας, σήκωσαν από το κρεββάτι τον Χανς και τη Σάρα. Χωρίς ούτε να τους αφήσουν να πάρουν τα υπάρχοντα τους, τους έβαλαν σε ένα φορτηγό και τους πήγαν στο σιδηροδρομικό σταθμό. Ο Χανς κοιτούσε τη γυναίκα του στα μάτια ενώ εκείνη του έλεγε πως πρέπει να τη χωρίσει. "Μα τώρα θα σε χωρίσω;" της απαντούσε. "Τώρα που θα πάμε επιτέλους ένα ταξίδι οι δύο μας;" της έλεγε με ένα γλυκόπικρο χαμόγελο.

Το τραίνο είχε ξεκινήσει αφήνοντας λευκό καπνό στον βαρύ και μαυρισμένο βερολινέζικο ουρανό. Όταν έφτασαν στον προορισμό τους και πέρασαν την πύλη της νέας τους κατοικίας ο Χανς έπιασε το χέρι της Σάρα. Την κοίταξε βαθιά στα μάτια και της είπε πόσο την αγαπούσε. Ύστερα βρέθηκε στο πάτωμα αιμόφυρτος από το χτύπημα ενός οργάνου της εξουσίας. Αυτός ήταν χειρότερος από τη Σάρα. Γιατί αυτός ήταν ο "δικός τους" που τους πρόδιδε για την ξένη. Ήταν αυτός που τους πρόδιδε για την αγάπη.

Το σκοτάδι είχε απλωθεί πάνω από το Βερολίνο. Το σκοτάδι είχε απλωθεί πάνω από την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο. Και μια τέτοια νύχτα, λίγο πριν ο ήλιος προσπαθήσει να φωτίσει την πλάση, ο Χανς και η Σάρα βρέθηκαν γυμνοί και αγκαλιασμένοι σε ένα μικρό δωμάτιο μαζί με πολλούς άλλους που ήταν απλά κάτι διαφορετικό από την πλειοψηφία στον τόπο.

Εκείνη την ημέρα ο ήλιος δεν ανέτειλε ποτέ. Και καθώς νέα τρένα έφταναν αφήνοντας και αυτά λευκό καπνό στον μαύρο ουρανό, η ανάσες του Χανς και της Σάρα ενώθηκαν σε ένα τελευταίο φιλί λίγο πριν εξαφανιστούν για πάντα, λίγο πριν αφήσουν το δικό τους φως, το φως της αγάπης τους να λάμψει μέσα στο μίσος. Λίγο πριν φωτίσουν τον σκοτεινό ουρανό και γίνουν άυλες υποστάσεις που πορεύτηκαν μαζί, αγκαλιασμένες στη ζωή και στο θάνατο.

Εκείνη την ημέρα ο ήλιος δεν ανέτειλε. Κράτησε τις αχτίδες του κλειστές και υποκλίθηκε στην αγάπη.

Ήταν η νύχτα που γεννήθηκε το σκότος. Λίγο ακόμα ήθελε και θα ξημέρωνε...

Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017

Κεφάλαιο 3: Η έρημος


"Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους"

Μανόλης Αναγνωστάκης - "Μιλώ"

"Αυτό που κάνει την έρημο όμορφη είναι ότι κάπου κρύβει ένα πηγάδι"

Antoine Saint-Exupery

Τη μεγαλύτερη ερημιά τη βιώνει κανείς μες'την ψυχή του. Και λυπάμαι όποιον την έζησε, όσο λυπάμαι και όποιον δεν την έζησε. Γιατί μέσα από αυτή την ερημιά ξαναγεννήθηκε, ξαναβρήκε τον εαυτό και το είναι του και έγινε πιο δυνατός. Μα είναι το τίμημα υψηλό που πληρώνει κανείς, όταν την ερημιά βιώνει. Όταν καταφέρνει να έρθει αντιμέτωπος με τα σκοτάδια της ψυχής του...

Βρισκόμουν μια φορά σε ένα βουνό σε μια μακρινή έρημη χώρα που τ' όνομα της κανείς δε γνωρίζει. Εκεί συνάντησα κάποιους βοσκούς που το βλέμμα τους δεν θύμιζε τίποτα το ανθρώπινο. Είχαν δημιουργήσει μια μικρή κοινότητα όπου ο καθένας συμβίωνε με τον άλλο, χωρίς να μιλάνε μεταξύ τους. Για οτιδήποτε χρειαζόταν να συνεννοηθούν μιλούσαν με τα μάτια. Στην παράξενη αυτή ομάδα των βοσκών βρισκόταν και μια γυναίκα. Ήταν μυστηριώδης και ήταν η μόνη η οποία μιλούσε στους υπόλοιπους. Την πλησίασα και τη ρώτησα να μου πει το λόγο της σιωπής των άλλων βοσκών.

"Όταν μιλούν τα μάτια, δε χρειάζονται τα λόγια", μου είπε.

Αναρωτήθηκα τότε γιατί εκείνη μιλάει και δεν ακολουθεί τους υπολοίπους. Μου ζήτησε να περιμένω μέχρι το βράδυ όταν και θα μαζεύονταν όλοι γύρω από τη φωτιά για να ζεσταθούν και τότε θα μου έλεγε μια ιστορία που θα εξηγούσε τα πάντα. Έτσι και έγινε και ήρθε το βράδυ. Πράγματι όλοι οι βοσκοί βρίσκονταν γύρω από τη φωτιά και η γυναίκα μίλαγε στον καθένα ξεχωριστά σε μια γλώσσα ακατανόητη σε εμένα που πάντως οι βοσκοί έδειχναν να καταλαβαίνουν. Ξαφνικά με κοίταξε βαθιά στα μάτια και μου απηύθυνε το λόγο:

"Ξένε άνθρωπε, εδώ που ήρθες πρέπει να ξεχάσεις όσα ξέρεις. Ό,τι και αν δεις ό,τι και αν αισθανθείς είναι πέρα από το καλό και το κακό, πέρα από το ανθρώπινο και το ζωώδες, πέρα από τη λογική και το παράλογο. Όμως είναι πέρα για πέρα αληθινό... 

Θα σου διηγηθώ λοιπόν μια ιστορία. Πολλά χρόνια πριν, ίσως να ήταν και αιώνες περιπλανιόμουν στη ζωή μέσα στην πόλη, έχοντας τη δουλειά το σπίτι μου και τα υπάρχοντα μου. Ώσπου μια μέρα αποφάσισα πως όλα αυτά δεν με εξέφραζαν και έτσι τα παράτησα όλα και άρχισα να ταξιδεύω. Γύρισα πολλά μέρη, λιμάνια, δάση, λίμνες ποτάμια και βουνά. Ένα όμως από αυτά με σημάδεψε για πάντα και άλλαξε τη ζωή μου. Η έρημος. 

Όταν την πρωτοείδα εντυπωσιάστηκα με την γαλήνη και την απεραντοσύνη της. Εντυπωσιάστηκα τόσο που άρχισα να περπατάω μέσα της, να γίνομαι κόκκος από τους κόκκους της άμμου, και να χάνομαι σε ένα μέρος που δεν υπήρχε χώρος και χρόνος. Περιπλανήθηκα πολύ, γνώρισα όλους τους αμμόλοφους και συνομιλούσα με τους ανέμους. Ώσπου ένα βράδυ συνάντησα ένα πιγκουίνο.

Παραξενεύτηκα τόσο ώστε τον πλησίασα για να τον ρωτήσω τι γυρεύει ένας πιγκουίνος στην έρημο. Τότε εκείνος γύρισε και με κοίταξε και τα λόγια δεν μπόρεσαν να βγουν από το στόμα μου. Και όμως μιλούσαμε με τα μάτια. Ήταν κάτι το ιδιαίτερο αυτή η επικοινωνία, κάτι το μαγικό. Μεμιάς ξέχασα το παράλογο του πράγματος και άρχισα να ακούω την φωνή των ματιών του. Άρχισε λοιπόν να μου λέει μια παράξενη ιστορία. Πως ένα βράδυ που έπεσε να κοιμηθεί συνάντησε στον ύπνο του έναν άνθρωπο που ήθελε να τον προειδοποιήσει για το είδος του. Τότε ο πιγκουίνος τον ξενάγησε στον τόπο του και του έδωσε τη μαγική δύναμη του να αγαπά τα πάντα γύρω του. Μόλις όμως ξύπνησε, μετάνιωσε που δεν δέχτηκε τον άνθρωπο στον κόσμο του και τον έστειλε πίσω στο δικό του, γιατί αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν σαν τους άλλους που είχε γνωρίσει. Επιπλέον με τη δύναμη που του είχε δώσει, δε θα μπορούσε να επιβιώσει στον κόσμο των ανθρώπων. Και έτσι από εκείνη την ημέρα είχε ξεκινήσει το ταξίδι του προκειμένου να τον ξαναβρεί και να τον πάρει μαζί του στον παγωμένο, μα γεμάτο αγάπη κόσμο του.

Ύστερα με ρώτησε τι γύρευα εγώ εκεί και έτσι του είπα για τη ζωή μου στην πόλη και την περιπλάνηση μου στην έρημο. Τότε ο πιγκουίνος με κοίταξε με μια παράξενη λάμψη στα μάτια και με ρώτησε: " Ψάχνεις στην ερημιά της ψυχής σου να βρεις τον εαυτό σου;" Πριν προλάβω να απαντήσω καταφατικά, μου έγνεψε να τον ακολουθήσω. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου ο χώρος γύρω μας μεταβλήθηκε σε μια καταπράσινη όαση στη μέση της ερήμου με μια γαλήνια λίμνη στο μέσον της. Μιλώντας πάντα με τα μάτια του, ο πιγκουίνος μου είπε: "Θα βουτήξεις μέσα στη λίμνη και θα βρεθείς σε ένα μέρος μαγικό, εκεί που η μοναξιά δεν υπάρχει και που τα λόγια είναι περιττά γιατί μιλούν οι ψυχές των ανθρώπων μέσα από τα μάτια τους. Εκεί, θα περιμένεις όσο χρόνο χρειαστεί μέχρι να έρθει εκείνος που θα μιλά με λόγια. Τότε θα του πεις την ιστορία μας και θα κάτσεις μαζί με τους υπόλοιπους γύρω από τη φωτιά. Μέχρι τότε θα μπορείς να μιλάς με λόγια, από εκεί και έπειτα όμως τα λόγια θα είναι περιττά, γιατί θα μιλούν τα μάτια. Τότε θα έχεις βρει την γαλήνη στην ψυχή σου και αυτό που συνεχίζεις ακόμα να ψάχνεις. Τον εαυτό σου".

Η διήγηση της γυναίκας είχε τελειώσει και είχα μείνει αποσβολωμένος να την κοιτάζω. Τότε μου χαμογέλασε γλυκά και με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Άνοιξε το στόμα της να πει κάτι, μα τα λόγια δεν βγήκαν ποτέ. Ένα χαμόγελο ευτυχίας και πληρότητας χάραξε τότε το πρόσωπο της. Είχε λυτρωθεί. Είχε επιτέλους βρει τον εαυτό της. Οι υπόλοιποι βοσκοί σηκώθηκαν την κράτησαν στα χέρια τους και μαζί χάθηκαν στο σκοτάδι αφήνοντας με μόνο μου να κοιτάζω την φωτιά που σιγόκαιγε. 

Άρχισα να σκέφτομαι την παράξενη κατάσταση που είχα μόλις βιώσει. Και τότε τον είδα. Με αργά σταθερά βήματα, μέσα από την ομίχλη, ο πιγκουίνος πλησίαζε προς το μέρος μου. Ήρθε και έκατσε αντίκρυ μου στη φωτιά. Με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και χωρίς να μιλάει μου είπε: "Είσαι έτοιμος;".

Ανείπωτα συναισθήματα ανάβλυσαν τότε από μέσα μου. Δυστυχώς όμως δεν μπορώ να σας διηγηθώ τη συνέχεια. Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι πως βίωνα το παράλογο. Και είχε κάτι το μαγευτικό. Κυρίως γιατί είχα πληρώσει το τίμημα, είχα αναμετρηθεί με τα σκοτάδια μου και ήμουν έτοιμος πλέον, ήμουν δυνατός να ακολουθήσω τον πιγκουίνο στον τόπο του. Σε ένα τόπο όπου η έρημος που υπάρχει στις ψυχές των ανθρώπων χάνεται και οι ψυχρές καρδιές τους γίνονται φωτιά επιτρέποντας τους να είναι ερωτευμένοι με τα πάντα γύρω τους και να απολαμβάνουν την κάθε τους στιγμή...