Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Το μαχαίρι


Βγάζω κάθε μέρα το μαχαίρι λίγο-λίγο απ'την καρδιά μου. (Μήπως στ' αλήθεια το μπήγω πιο βαθιά;)
Και προσπαθώ ακόμα να ξεμπλέξω από τα φύκια που μου κλείνουν το στόμα, από τις ενοχές που ακόμα κουβαλώ.

Μα οι σκέψεις είναι πουλιά διαβατάρικα που δεν ορίζεται ο προορισμός τους. Και γω το προσπαθώ και συ το προσπαθείς.
Φτάνει στ' αλήθεια η προσπάθεια μοναχά; Η εξιλέωση δεν βρίσκεται μέσα από το γραπτό.
(Μήπως στ' αλήθεια κρύβεται εκεί;)

Και η ανάμνηση του πελάγου, του κύματος που σκάει στο βράχο να είναι τόσο μαρτυρική. Το πρώτο δάκρυ εκεί στην είσοδο της νέας ζωής να αυλακώνει ακόμη τα πρόσωπα μας.
Και οι φοβίες, αυτές οι φοβίες που σε πλακώνουν και ανάσα δε σε αφήνουν να πάρεις. Τόσο σκληρές που έρχονται από το πουθενά.
(Μήπως στ' αλήθεια έρχονται από μέσα;)

Βάζω στην αλυσίδα μου καρφιά για να ματώσω. Δε φτάνει ο πόνος μοναχά. Ό,τι κι αν δε σκέφτομαι όσα κι αν ξεχρεώσω τίποτα λιγότερο από το τίποτα. Αδειάζει πάλι το μπουκάλι, στερεύει η πηγή. Μα ανεξάντλητα είναι τα όνειρα.

Ξέρω βαθιά τον εαυτό μου πάλι θα προδώσω.
(Κι αν ο φθόνος είναι αρετή;)
Παραλήρημα μοιάζει και πώς να τα σκοτώσω;
Μου φτάνει μονάχα ν' αδειάζει η ψυχή.
Αυτό το βάρος, αυτός ο πόνος, αυτή η κρυφή μου η ευχή.

Αγνότητα και μίσος. Μίσος και αγάπη. Διάφορα συναισθήματα μπλεγμένα κατα κει. Ακόμα ψάχνω. Ακόμα ψάχνω. Ψάχνω για κάτι που κανένας δε θα βρει.

Και η θάλασσα άδεια, πλέον τι να πει; Ακατανόητα σκοτάδια σε φως και στην πληγή. Κεριά σβησμένα, γωνιές αραχνιασμένες, είχα ανάγκη τούτο εδώ.
Ομιλίες αγαπημένες, μα ποιος να καταλάβει όσα ζω;

" ὅτι ἠγάπησε πολύ "

Ξέρω πως τίποτα δε γράφεται στην τύχη. Ξέρω πως όλα είναι εδώ. Κι ας το ξέρω μοναχά εγώ.
(Αλήθεια, μοναχά;)

Γραμμένα πάνω στο μαχαίρι, κρυμμένα χιλιάδες μυστικά.
Ακουμπώντας στο τζάμι το κεφάλι είναι βαριά η πέτρα στο λαιμό. Μα το μαχαίρι ακόμα στάζει. Ακόμα βγαίνει ακόμα μπαίνει. Σε μια χρονολογική προοπτική δεν καταλαβαίνεις πια την κίνηση του. Είναι προς τα μέσα; Είναι προς τα έξω;

Αλλοπαρμένα αδιαπραγμάτευτα και αδιάβλητα. Μπέρδεμα. Αυτό μονάχα. Άδειος ο καναπές και ας γεμίζει. Ποιος θα κατανοήσει;

Και αν το τέλος πρέπει να είναι συνετό και αν η θάλασσα ξεβράζει τα όνειρα μας ένα μοναχά θα πω. Χέρια χιλιάδες, λέξεις πολλές.

Όνειρο άπιαστο ένα.

Τα όνειρα δεν πεθαίνουν. Τραυματίζονται. Όσο βαθιά κι αν μπαίνει το μαχαίρι.
Για όσα δε μπορώ να αντέξω, για όλα αυτά.

Πέρασε η ώρα.
Και έχω πάλι τ' όνειρο μου να ματώσω.
Έχω πάλι εμένα να πληγώσω.

Μέχρι το μαχαίρι να βγάλω τελείως. Και να μπορέσω να με βρω.
Και ξέρω πως για να το βγάλω και να το πετάξω μακρυά
πρέπει να το καρφώσω ακόμα πιο βαθιά.

Αλήθεια πως μετράει κανείς το βάθος της ψυχής του;

*** Graffiti: INO
Φωτογραφία: Dphotography (https://www.facebook.com/dimarphotograph/)

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Το μέλι

Άδειοι μουσαμάδες από το παρελθόν
ποιήματα και στίχοι από το παρόν
σκέψεις πάλι στον αέρα τριγυρίζουν
μα του ανθρώπου το μυαλό δε το ορίζουν

Το ξέρω χάνομαι σε βράδια ξεχασμένα
και για παρέα μου θα έχω μοναχά εμένα
μέσα σε σύννεφα τα λόγια αντηχούν
γλυκά όπως το μέλι το μυαλό τρυπούν

Κι είναι το μέλι τούτο αρκετά πικρό
ασυνήθιστο γι' αυτό μοναδικό
πηχτό και σκούρο σαν το αίμα
και σαν εικόνα που μιλάει με το βλέμμα

Είναι τα κρίματα που φτιάχνουν τη ζωή μας
και τα διλήμματα που καίνε την ψυχή μας
πες μου αλήθεια πόσα απ'όλα αυτά καταλαβαίνεις;
αφού για να ζεις πρέπει πρώτα να πεθαίνεις

Κι αν κάποιος βάλει λίγο ανθότυρο στο μέλι
θα γίνει δάκρυ αλμυρό που κανένας δε θα θέλει
κι αν δυσκολεύτηκα λιγάκι να με ορίσω
τη θλίψη που θα έρθει θα καλωσορίσω

Μέσα σε ανέγγιχτα ονειροφτιαξίματα
θα λύσω της ζωής μου τα μπλεξίματα
και κάποτε το μέλι θα γλυκάνει
και του ανθρώπου το σκοπό αλήθεια θα τον κάνει

Και τότε πια το μέλι μου θα έχει την ουσία
θα 'ναι τροφή θεών, νέκταρ και αμβροσία
και στην ψυχή μου μέσα θα 'ναι βαθιά κλεισμένο
σαν φυλαχτό πολύτιμο, παλιό και αγαπημένο

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Στου πλήθους τη σιωπή


Στων ήχων μας την πνιγμένη μοναξιά
στου πλήθους την ατέρμονη σιωπή
κάπου εκεί που ξαφνικά τα φύλλα θροΐζουν
σε μια του δρόμου απότομη στροφή

Εκεί χαμένοι ουρανοί θα σιγοψιθυρίζουν
λόγια που δεν έχουν ακουστεί
και οι αισθήσεις μας θα μας ορίζουν
καθώς η λάμπα θα ειν' σβηστή

Όμως τραγούδια μουσικών θα παιανίζουν
-για εμάς είναι μονάχα η σιωπή-
και ακατανόητα στιχάκια θ'αρμενίζουν
αντί για λόγια που είχαμε πει

Κι αν ήμαστε λίγοι και καλοί
που λέει και ο λόγος
πάντα η ζωή θα μας καλεί
για να την ζήσουμε αναλόγως

Στου πλήθους την ατέρμονη σιωπή
άκουσα φασαρία
κι ήσουν εκεί, κι ήμουν εκεί
κι είναι μεγάλη η ιστορία...

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Βουβή αλληγορία


Και έχω τόσα να πω και θέλω τόσα να πω
και έχω πάλι να μιλήσω και θέλω πάλι να μιλήσω
τις σκέψεις και τα όνειρα με λόγια να τα ντύσω

Κι ας είναι τόσα πολλά κι ας είναι πάρα πολλά
κι ας είναι κρυφά και ας είναι βουβά
αυτά που μένουν σε βάθη ατελείωτα και παραμένουν σκοτεινά

"Μα το δέντρο ό,τι κι αν γίνει στη ρίζα του υπακούει"
και ο ποιητής μου λέει πως είναι άσχημο το χούι
όμως γνωρίζω αληθινά πως την ψυχή μου κάποιος την ακούει

κι αν δεν ταιριάζουν με τους στίχους μου οι λέξεις
έρχονται δρόμοι στη ζωή για να διαλέξεις
αλληγορία που πρέπει να σκεφτείς και να επιλέξεις

και σκέψου ένα σκαντζόχοιρο μ' αγκάθια ματωμένα
και σκέψου ένα πετούμενο με τα φτερά κομμένα
και μέσα από τα λόγια βρίσκεις όλα τα κρυμμένα

κι αφού με πάει η ζωή μπρος-πίσω
τη μνήμη και τη λήθη του Έσσε θα ζητήσω
και την ψύχη μου προσπαθώ ελεύθερη ν' αφήσω

του Ρίτσου το "δεν ωφελεί" για πάντα να νικήσω...

[...]

Και σκέψου τι να κρύβεται μέσα στις αγκύλες - μέσα σου ψάξε για να βρεις

Και ας είμαι ο μόνος που θα καταλάβει
αυτό το άδειασμα ψυχής

Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

Μικρή φωνή

Δε με χωράει ο κόσμος σας, δε με χωράει ο τρόπος σας,
πιάνω χαρτί και μελάνι και φωνάζω ξανά
αφού εσύ επέλεξες να ζήσεις στα βουβά

Δεν είμαι 'γω ένας ακόμα αριθμός, ούτε ζυγός ούτε μονός,
και βρίσκω στ' άψυχα ξανά τους φίλους μου
αφού το διάλεξες να γίνεις κριτής και συ του ήθους μου

Και βρίσκω στίχους ξαφνικά που δεν υπήρχαν πριν
και λόγια μεσ' τα λόγια που είχαν βουβαθεί
αφού στις μέρες μας το πλήθος δε μιλάει
και τ' όνειρο να βρει διέξοδο ζητάει

Μικρή φωνή αν είμαι του μικρόκοσμου
κι αν το εγώ μου μοιάζει λέξη του υπόκοσμου
γίνομαι φλόγα που καίει την ψυχή σου
αφού τα μάτια σου βολεύτηκαν κι αυτά μεσ'τη βολή σου

Κι αν δε σου βγαίνουν οι ρίμες κι αν παράξενο σου μοιάζει
πες μου αλήθεια ποιους κανόνες να υπακούω να ταιριάζει
ξέρεις που σε γράφω μα δε θα σου το πω
αφού έτσι με έμαθαν, παιδί ευγενικό

και κει που όλα φάνταζαν ξάφνου πως τελειώνουν
γι' άλλα εγώ ξεκίνησα και άλλα με στοιχειώνουν
μα μέσα από τις λέξεις θα βρίσκω το χαρτί μου
φέρε μελάνι και χαρτί ν' αφήσω την ψυχή μου

φέρε σελίδες να χωρέσω εγώ το είναι μου
και λίγο φως αν θέλεις πάλι δίνε μου
γιατί να απευθύνομαι ξανά σε σένα;
αφού τα λόγια στέρεψαν και μοιάζουν κουρασμένα

φέρε νερό κι αέρα και θάλασσες κοντά μου
κι ας σκέφτομαι να γράψω και πάλι τα δικά μου
κι αν όπως είπα τ' όνειρο διέξοδο ζητάει
μέσα στο πλήθος μοναχό θα περπατάει

κι αφού ο κόσμος σας είναι τόσο μεγάλος
κάπου θα χωρέσει κι ένας ακόμα άλλος
καίγοντας ξανά τα "πρέπει" και τα "μη" σας
θα ταξιδέψω πάλι μακρυά απ' τη βολή σας.

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Ο κόμπος

Έχω ένα κόμπο στο λαιμό που θέλει να μιλήσει,
θέλει να ξεκολλήσει, θέλει να ακουστεί
Και τον αντέχω το πρωί, τον βλέπω να 'ναι κει,
να προσπαθεί να φύγει να θέλει να σβηστεί

Μ' αυτόν τον κόμπο όμως εγώ είπα να γίνω φίλος
είπα να τον αντέξω, είπα να τον μπορώ
και έτσι καμιά φορά όταν με πιάνει ο ζήλος
στους στίχους καταφύγιο ψάχνω για να βρω

Κι όταν ο κόμπος φύγει και λύσει τα δεσμά μου
τότε πώς θα μιλήσω; τότε πώς θα σταθώ;
αντίκρυ την αγάπη μου, τη μοναξιά κοντά μου
και όσα ονειρεύτηκα ακόμα θα ποθώ

Έχω ένα κόμπο στο λαιμό που όταν λυθεί και φύγει
τότε θα τον ψάχνω και θα τον καρτερώ
και το παράθυρο αυτό που η ψυχή μου ανοίγει
το ξέρω πως θα γίνει κλάμα βουερό

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Γλείφτες και ρουφιάνοι


Ήρθε η ώρα για να μιλήσεις
και κοίταξε ξανά να μη σιωπήσεις
το χαμόγελο που σου φορέσανε στο στόμα
είναι σαν τελεία πριν από το κόμμα.,

Δηλαδή δε σου πάει
και ο φιλόλογος τριγύρω σου γελάει
μα η ψυχή σου δεν πιστεύει σε κανόνες
γραμματικούς, συντακτικούς, των λόγων μας τις πόρνες

"Χωρίς κανόνες πώς θα μιλήσεις;
Πώς θ' ακουστείς άμα δε σκύψεις;"
Καλύτερα βουβός μα όρθιος και ντυμένος
παρά στα τέσσερα στημένος και γδυμένος

Γι' αυτό...

Ήρθε η ώρα και να ακούσεις
σ' όσα σου τάξανε ποτέ μην υπακούσεις
στους τακτικούς και καλοβολεμένους
κωλογλείφτες, σιχαμένους, καημένους

Δηλαδή στους ρουφιάνους
των ονείρων μας τους κάλπικους ζητιάνους
αυτούς που για Θεό έχουν το χρήμα
που να 'ξεραν πως θα τη βρουν από 'να ποίημα

Μ' αρκετά ασχολήθηκα
με τους δειλούς από μικρός αναμετρήθηκα
και μάθε το ρουφιάνε, χωμένε στα υπόγεια
οι στίχοι μου μετρούν πιότερο απ' τα λόγια

Σκυμμένε, σιχαμένε, γλείφτη, βλάκα
εύκολα σε βρίσκω στο λήμμα του "μαλάκα"
κακόμοιρο ανθρωπάκι "που κάνεις τη δουλειά σου"
γλείψε ρε ξεφτίλα ξανά τ' αφεντικά σου

Και κάπου εδώ λέω να τελειώσω
απ' τους ρουφιάνους να μπορέσω να γλιτώσω
μα είναι πολλοί γαμώ την τρέλα μου γαμώ
και δε ξέρω αν την άκρη τελικά θα βρω

Όπως και να 'χει, ώρα να κλείσω
τους τσάτσους των αφεντικών άλλο δε θα βρίσω
κι ας έχω πάντα την απορία
το γλύψιμο γουστάρουν ή κάνουν αγγαρεία;