Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

Της μοναξιάς τ' ανάλαφρα χνάρια


Ξύπνησε βρίσκοντας άδειο το κρεββάτι από τη μοναξιά του.
Του φάνηκε περίεργο γιατί την είχε συνηθίσει. Σε μια άλλη πραγματικότητα το κρεββάτι θα ήταν αυτό που θα ξυπνούσε αφήνοντας τον άνθρωπο στη μοναξιά της ύπαρξης του.
Ας είναι.
Ακόμα δεν άλλαξε ο κόσμος.
Ακόμα.

Εδώ και εκεί πουλιά τριγυρνούσαν ερωτοτροπώντας δειλά με το φως που αχνοφαινόταν μέσα από τα κλαδιά των δέντρων. Ποτέ δεν έμεναν στο ίδιο κλαδί, ποτέ δεν έμεναν πολύ.
Έτσι ζούσαν τη φύση τους.
Κι ας έχουν σε ένα μέρος μόνο τη φωλιά τους.

Ας επιστρέψουμε σ' εκείνον όμως.
Ποιος τον ξέρει;
Ποιος τον είδε;
Για ποιο κόσμο πλάστηκε;
Το μόνο που ξέρουμε γι αυτόν είναι το ξύπνημα του σ' ένα άδειο κρεββάτι
αφού η μοναξιά του επέλεξε κι απόψε αλλού να κοιμηθεί.
Και ίσως να μη μάθουμε τίποτα περισσότερο ποτέ.
Ίσως να μη γίνει ποτέ σε εμάς γνωστό ότι κάθησε κάτω από ενα παγκάκι στον ίσκιο ενός γερασμένου δέντρου αγναντεύοντας τη θάλασσα πριν εκείνη πάρει όλες τους τις σκέψεις.
Ίσως να μη μάθουμε ποτέ ότι δείπνησε με τις νεράιδες των δασών που πλάστηκαν από αστρόσκονη.

Ίσως το μόνο που να μας αρκεί να είναι η μοναξιά του ειδώλου του, ο αντικατοπτρισμός της σκέψης του στον καθρέφτη της ύπαρξης του. Και ίσως να μην είναι όσα νομίζουμε. Ίσως να μην είναι όσα φαίνεται. Ίσως να είναι κάτι άλλο τελικά.

Μας αρκεί;
Ναι; Όχι; Γιατί;
Μα ποιοι στο κάτω κάτω είμαστε εμείς που θέλουμε να μάθουμε;
Τι μας ενδιαφέρει;
Τι γέννησε την περιέργεια μας;
Γιατί; Γιατί; Γιατί;

Κι ύστερα
Αυτός
Το μόνο που θέλησε
ήταν ξυπνώντας να βρει στο πλάι του τη μοναξιά του.
Ήταν ξυπνώντας
να την κοιτάζει κατάματα και να αφήνει ελεύθερες τις σκέψεις του
σαν τα ελεύθερα πουλιά που ερωτοτροπούσαν με τα δέντρα
ελεύθερα ν' αφήσει τα λόγια και τα μάτια του να στήσουν χορό
πάνω στ' αόρατο κορμί
πάνω στους αόρατους ιστούς που είχαν υφάνει την ψυχή του.

Κι ύστερα έβλεπε πάλι τα σεντόνια αδειανά και τσαλακωμένα
του έμοιαζαν σα να είναι τα σάβανα των ονείρων του
σαν τα κύματα της θάλασσας
που σκέπαζαν σαν πέπλα την πραγματικότητα του.

Κι έτσι σηκώθηκε
αφού στην μοναξιά του έδειξε άλλο δρόμο
και κατέβηκε στη θάλασσα.

Έκατσε στο παγκάκι του και κοίταζε με τις ώρες.
Άκουγε τα λόγια της.
Άκουγε τη μουσική της.
Αρχαϊκοί μονόλογοι νανούριζαν την ψυχή του.

Ξαφνικά του φάνηκε όλος ο κόσμος ένα τεράστιο σκηνικό.
Μπροστά του, μέσα στη θάλασσα παιζόταν η παράσταση.
Και αυτός πρωταγωνιστής μαζί και θεατής.
Λαθρεπιβάτης ενός πλοίου χωρίς προορισμό,
χωρίς εισητήριο.

Και όμως έβλεπε την πιο ωραία παράσταση που είχε δει μέχρι τότε στη ζωή του.
Στο άδειο κρεββάτι εκείνος.
Η μοναξιά του όρθια.
Και μέσα στο σκοτάδι άκουγε τα λόγια αρχαίας τραγωδίας.
Σηκώθηκε και προχώρησε προς τη θάλασσα.
Το νερό κρύο ακούμπαγε το σώμα του.
Τα κύματα σηκώθηκαν καλύπτοντας τη σκηνή.
Και χάθηκε σε έναν ύπνο
-ή μήπως ήταν ξύπνιος;-
δίχως όνειρα.
Ακούγοντας μονάχα τη μοναξιά του
να σιγοπερπατά καθώς άφηνε άδεια τα σεντόνια της νύχτας να τον καλύψουν
καθώς την έβλεπε να φεύγει μέσα στο σκοτάδι
αφήνοντας άδειο δίπλα του το κρεββάτι.

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Ο πίνακας


Είναι ένας πίνακας παλιός στον τοίχο κρεμασμένος
είναι ένας πίνακας λευκός μ' αόρατες ζωγραφιές
Μ' αυτόν τον πίνακα εγώ από παιδί πασχίζω
από παιδί πασχίζω να συμφιλιωθώ.

Κι είναι στιγμές που έρχονται και πότε είμαστε φίλοι
είναι στιγμές που έρχονται και πότε είμαστε εχθροί
Μα ένα τέτοιο πίνακα όλοι μας κουβαλάμε
άλλοι που τον γνωρίζουμε και άλλοι τον αγνοούν

Είναι οι πίνακες αυτοί στιγμές μας περασμένες
είναι οι πίνακες αυτοί όνειρα του χαμού
Πάντοτε άδειοι μένουν και πάντοτε λευκοί
πάντοτε περιμένουν να ζωγραφιστούν

Κι έρχονται μέρες κάποτε που γεμίζουν χρώμα
έρχονται άλλες πάλι που μένουνε λευκοί

Είναι ένας πίνακας παλιός στον τοίχο κρεμασμένος
που περιμένει κάποτε να ζωγραφιστεί
είναι ένας πίνακας λευκός καθρέφτης του εαυτού μας
είναι ένας πίνακας παλιός που πάντα μένει εκεί.

Αλίμονο αν δεν υπήρχε ο πίνακας αυτός
Αλίμονο αν τα χρώματα μένανε εντός μας.
Οι πίνακες μας διάλεξαν τα χρώματα για εμάς
και σαν καθρέφτες μας κοιτούν, σαν δικαστές στυγνοί.

Ως πότε θα παραμένουμε σαν πίνακες λευκοί;
Ως πότε θα περιμένουμε ν' ανθίσει η ζωή;

Σάββατο, 30 Ιουνίου 2018

Το λίγο της στιγμής


Ευχή και κατάρα 
πάγος και φωτιά
όνειρο και εφιάλτης

Όλα τα άγγιξα
όλα τα γεύτηκα
Κι όμως
Τίποτα δε μου ήταν αρκετό
Πάντα το "λίγο από το παράδοξο πολύ"
ήταν αυτό που με όριζε
με καθόριζε
με μέτραγε
με έκοβε στα δύο

Και έτσι
Φτάνοντας σε Ιθάκες που μονάχα είχα φανταστεί

Μάτωσα τα όνειρα μου
έκρυψα τις σκέψεις και τα λόγια μου
Έχασα τον εαυτό μου
για να βρω το είναι μου σε απόμερες ακρογιαλιές.

Κι όμως δε φοβάμαι.
"Στους δειλούς μονάχα ταιριάζει η φυγή".
Κοιτάω το παρελθόν μου
που μοιάζει οδηγός του μέλλοντος μου
και με καθορίζω
και με συνεφέρω
με ξαναβρίσκω
και με ξαναδημιουργώ.

Μέχρι οι σκέψεις μου
να γίνουν σύννεφα
να γίνουν νερό
να ξεφύγουν από τη συνήθεια
των πολλών 
και να υψωθούν σε ουρανούς αταίριαστους της μάζας

Γιατί πάντα εκεί
πάντα μέσα στο λίγο
βρίσκεται η δύναμη των ονείρων μας
Αυτή που γεννάει στιγμές
Σα τη δική σου
Σα τη δική μου 
Μα όχι σαν όλων των άλλων
Μα όχι σαν των πολλών

Μακρυά από τη βουή τους
Μακρυά από τον κόσμο τους
Επιμένω ακόμα στον δικό μου
Αυτόν που πάντα βρίσκω 
μέσα στα όνειρα μου

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Ταξιδιώτες



Από τα βάθη των καιρών ξεκινούν οι ταξιδιώτες
Και εμείς τους περιμένουμε
Και εμείς τους καρτερούμε
Ποτέ όμως δε συναντιόμαστε
Είναι μοιραίο φαίνεται
Είναι γραφτό
Ο χρόνος πάντα να κυλάει
Και έτσι όσο εκείνοι προχωρούν
Εμείς να διανύουμε τις αποστάσεις μας

Από τα βάθη των καιρών ξεκινούν οι ταξιδιώτες
Φέρνουν μαζί τους δώρα
αισθήσεις
μνήμες
αγκαλιές
μα ποτέ τους
δε φτάνουν σε εμάς
Ποτέ τους δεν αντικρύζουν τον κόσμο μας

Μονάχα που να!
Κάποιες στιγμές
Το παρελθόν και το παρόν ενώνονται
Και τότε υπάρχει το τώρα
Η μοναδική στιγμή που κρατάει ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου

Και τότε
Συναντιόμαστε
Τότε τους καλοσωρίζουμε φευγαλέα
Μα είμαστε πάντα καταδικασμένοι
Να τους αποχαιρετούμε την ίδια στιγμή που τους γνωρίζουμε

Από τα βάθη των καιρών ήρθαν κάποτε οι ταξιδιώτες
Στάθηκαν εκεί που βρίσκονται κρυμμένες οι ευχές
Εκεί που οι στίχοι αχρείαστοι μοιάζουν
Εκεί που το όνειρο μπερδεύεται με την πραγματικότητα.

Εμείς τους είδαμε. Τους μιλήσαμε. Τους αγγίξαμε.
Και μείναμε τελικά με την απορία.
Ποιοι ήταν τελικά οι ταξιδιώτες;
Εκείνοι ή εμείς;

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Μπακούνιν: Ένας εραστής της ελευθερίας


"Κάθε υποδούλωση των ανθρώπων, είναι ταυτόχρονα περιορισμός της δικής μου ελευθερίας. Είμαι ελεύθερος άνθρωπος μόνο στο μέτρο που αναγνωρίζω την ανθρωπιά και την ελευθερία όλων των ανθρώπων γύρω μου. Όταν σέβομαι την ανθρωπιά τους, σέβομαι τη δική μου".

Σαν σήμερα (30 Μαίου) το μακρινό 1814 βλέπει για πρώτη φορά το φως της ημέρας ο Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν στο Καλίνιν της Ρωσίας. Γόνος και αυτός αριστοκρατικής οικογένειας, όπως αρκετοί από τους αντισυμβατικούς και επαναστάτες αυτού του κόσμου, ήταν γραφτό να γίνει ο άνθρωπος που με τις ιδέες του θα έθετε τις βάσεις (μαζί με τους Προυντόν και Κροπότκιν) της ιδέας του αναρχισμού.

Φοίτησε στη στρατιωτική ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης, από όπου και λιποτάκτησε και στη συνέχεια έμαθε γερμανικά προκειμένου να διαβάζει στο πρωτότυπο τις ιδέες των Καντ, Χέγκελ και Φίχτε. Περιδιαβαίνει στην Ευρώπη, συμμετέχει σε λαϊκές εξεγέρσεις και γνωρίζεται από κοντά με τον Προυντόν και τον Μαρξ. Με τον τελευταίο θα έρθει σε ρήξη όταν κατά τη διάρκεια της Πρώτης Διεθνούς στη Βιέννη το 1868 θα δηλώσει : "Δεν είμαι κομμουνιστής, γιατί ο κομμουνισμός συγκεντρώνει και απορροφά όλες τις δυνάμεις της κοινωνίας στα χέρια του κράτους",  με τον εμβρόντητο Μαρξ να τον ακούει από τα έδρανα.

Ο Μπακούνιν ενέπνευσε παγκοσμίως τους νέους με τη θεωρία του και ήταν πρωτεργάτης της ταξικής πάλης όπου βρισκόταν. Θα δηλώσει το 1871 πως:

"Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται και να ξέρει ότι είναι ελεύθερος - και επομένως δεν μπορεί να εκφράσει την ελευθερία που αισθάνεται - παρά μόνο ανάμεσα στους ανθρώπους. Για να είμαι ελεύθερος, έχω ανάγκη να βλέπω ότι με περιβάλλουν και με θεωρούν ως ελεύθερο, ελεύθεροι άνθρωποι. Η ελευθερία όλων δεν είναι ένα όριο για εμένα, όπως ισχυρίζονται οι ατομικιστές, αντίθετα, είναι η επιβεβαίωση, η απόδειξη και η ατελείωτη επέκταση".

Εχθρός του κράτους και οποιασδήποτε μορφής εξουσίας θα τονίσει την ανάγκη για απελευθέρωση του ανθρώπου από όλα τα εξουσιαστικά δεσμά είτε αυτά προέρχονται από το κράτος και την κοινωνία είτε από τη θρησκεία:

"Όσο θα υπάρχουν κράτη, οι λαϊκές μάζες, ακόμα και στα πιο δημοκρατικά καθεστώτα, θα είναι πραγματικοί σκλάβοι, γιατί δεν θα εργάζονται για τη δική τους ευτυχία, αλλά για την κυριαρχία και τον πλουτισμό του κράτους".

Επιθετικός απέναντι σε όλες τις μορφές καταπίεσης και εξουσίας θα διατυμπανίσει μέσα από τα έργα του και τη δράση του την απόλυτη πίστη του στην ελευθερία του ανθρώπου και στο σπάσιμο των δεσμών που του έχουν επιβληθεί:

"Όντας ο Θεός ο αφέντης, ο άνθρωπος είναι δούλος".

Παράλληλα δε θα διστάσει να κατηγορήσει... τους πάντες:

" όλους τους βασανιστές, όλους τους καταπιεστές και όλους τους εκμεταλλευτές της ανθρωπότητας - παπάδες, μονάρχες, κρατικούς αξιωματούχους, στρατιωτικούς, χρηματιστές, κάθε λογής επίσημους, αστυνόμους, χωροφύλακες, δεσμοφύλακες και δήμιους, καπιταλιστές και αγιογδύτες, συμβολαιογράφους και μεγαλοκτηματίες, δικηγόρους, οικονομολόγους, πολιτικούς κάθε απόχρωσης, μέχρι τον πιο μικρό εμποράκο που πουλάει ζαχαρωτά". Αλλά οι κύριοι θεσμοί της ανθρώπινης υποδούλωσης, "οι δυο εφιάλτες μου", είναι η Εκκλησία και το Κράτος".

Στον κόσμο που ο Μπακούνιν οραματιζόταν, στη δική του ουτοπία, η μαρξιστική θεωρία δε χωρούσε. Θα γράψει πως:

"η δύναμη της σκέψης και η επιθυμία της εξέγερσης είναι "οι πολυτιμότερες ιδιότητες" των ανθρώπων ενάντια στην αιώνια δουλεία. Αυτά τα όπλα πρέπει να χρησιμοποιηθούν εναντίον του κράτους και της θρησκείας. Και όταν επιτευχθεί η ανατροπή, τότε θα ανατείλει μια νέα εποχή ελευθερίας και ευτυχίας για την ανθρωπότητα. Όμως, υπάρχει ένας καινούργιος εχθρός, μια νέα τάξη προορισμένη να κρατήσει τις μάζες στην άγνοια για να τις εξουσιάζει. Πρόκειται για τους διανοούμενους, αρχηγός των οποίων είναι ο Μαρξ".

Ο Μπακούνιν διακηρύσσει μια "εξέγερση της ζωής ενάντια στην επιστήμη ή μάλλον ενάντια στη διακυβέρνηση της επιστήμης". Επιμένει ότι η αληθινή αποστολή της επιστήμης και της μάθησης δεν είναι να κυβερνάνε τους ανθρώπους, αλλά να τους σώσουν από τη δεισιδαιμονία, τον μόχθο και την αρρώστια. "Με δυο λόγια", γράφει στο Θεός και Κράτος, "η επιστήμη είναι η πυξίδα της ζωής, όχι όμως η ίδια η ζωή". Έτσι λοιπόν, η μάθηση πρέπει να πάψει να αποτελεί κληρονομιά των λίγων και να γίνει κληρονομιά όλων, "ώστε οι μάζες, παύοντας να είναι κοπάδια που τα οδηγούν και τα κουρεύουν οι προνομιούχοι παπάδες, να πάρουν στα χέρια τους τη μοίρα τους".

Ο Μπακούνιν θα μείνει πιστός στις ιδέες του μέχρι το τέλος της ζωής του. Θα αποχαιρετήσει αυτό τον κόσμο την 1η Ιουλίου του 1876  όντας ένας απόλυτος εραστής της ελευθερίας, αφήνοντας πίσω του τα γραπτά και τη σκέψη του. Έργα όπως "Θεός και Κράτος", "Κρατισμός και Αναρχία", "Ζωικότητα και Ανθρωπότητα", "Κριτική της υπάρχουσας κοινωνίας", θεωρούνται ως σημεία αναφοράς για το αναρχικό κίνημα μέχρι και τις ημέρες μας.

Για το τέλος μια φράση του:

"Από την ελευθερία δεν μπορείς να κόψεις ούτε ένα κομματάκι, γιατί αμέσως όλη η ελευθερία συγκεντρώνεται μέσα σ’ αυτό το κομματάκι".

* Με πληροφορίες από: athens.indymedia.org, eleftheriakos.gr, www.news247.gr, www.newsbeast.gr, el.wikipedia.org

Τρίτη, 29 Μαΐου 2018

Οι δέκα πόρτες



Στην κορυφή του μαγικού λόφου, αφού περάσει κανείς τις πεδιάδες, στεκόταν το παλιό ερειπωμένο σπίτι. Το σπίτι αυτό εμφανιζόταν κάθε βράδυ γύρω στο ηλιοβασίλεμα και έστεκε εκεί, ερειπωμένο και ακατοίκητο, μέχρι την ανατολή. Έπειτα χανόταν στο φως της ημέρας. Αυτό που έκανε εντύπωση σε αυτό το σπίτι ήταν τα ακορντεόν που ήταν κρεμασμένα στα παράθυρα του. Διάφανα ακορντεόν σαν ιστός αράχνης, που άφηναν τον ήλιο του δειλινού να περνάει μέσα στα ξύλινα πατώματα του σπιτιού και να δημιουργεί αλλόκοσμες φιγούρες.

Μια μέρα αποφάσισε να πλησιάσει. Περίμενε να πέσει ο ήλιος και εκεί πάνω στο λιόγερμα κίνησε για το μαγικό λόφο. Όσο πλησίαζε το σπίτι, εκείνο ολοένα και μεγάλωνε.Κάποια στιγμή έφτασε μπροστά στην είσοδο. Εκεί καθόταν μια γάτα η οποία κοίταζε με τα φωτεινά πράσινα μάτια της. Έβγαλε εναν ήχο και ύστερα εξαφανίστηκε στα γύρω δέντρα. Ο δρόμος πλέον ήταν ανοιχτός. Πλησίασε την βαριά ξύλινη πόρτα και την έσπρωξε ακούγοντας τον θόρυβο των καιρών να αντηχεί στην ησυχία. Μπήκε μέσα. Το θέαμα ήταν απερίγραπτο.

Το πάτωμα, θαρρείς και ήταν απο χρυσάφι, έλαμπε στο φως του δειλινού. Τριγύρω όλων των ειδών τα λουλούδια ολάνθιστα ανέδυαν μια μαγευτική μυρωδιά. Απαλή μουσική ακουγόταν, κανείς δεν ξέρει απο που. Διάφορα πτηνά πετούσαν τραγουδώντας εξωτικές μελωδίες. Ασημοστόλιστα συντριβάνια με νερό τρεχούμενο έκαναν την εικόνα ακόμα πιο δελεαστική. Στο βάθος, πάνω στο ξύλινο τραπέζι βρισκόταν ένας σπασμένος καθρέφτης. Πλησίασε, αλλά δεν μπορούσε να δει τίποτα. Μόνο μια άυλη μορφή που δεν καθρεφτιζόταν. Δίπλα στον καθρέφτη, μια κιτρινισμένη σελίδα με ένα σύμβολο που δεν είχε ποτέ πριν δει, χαραγμένο επάνω της. Και δίπλα ακριβώς μια ακόμα πόρτα. Η δεύτερη.

Πλησίασε προς τα εκεί και την άνοιξε. Το δωμάτιο αυτό δεν είχε σχέση με το προηγούμενο. Ήταν παντελώς άδειο, το ίδιο όμως φωτεινό. Μόνο που στο πάτωμα του αυτή τη φορά βρίσκονταν χιλιάδες φωτογραφίες. Φωτογραφίες που δεν απεικόνιζαν πρόσωπα, παρά τοπία. Πάρκα, θάλασσες, βουνά, ρυάκια, ποτάμια, λίμνες. Φωτογραφίες που μόλις τις κρατούσε ζωντάνευαν και ότι απεικονιζόταν σε αυτές σχηματιζόταν στο χώρο. Σε μια από τις φωτογραφίες ήταν αποτυπωμένο το χαρτί που είχε δει στο προηγούμενο δωμάτιο. Μάλλον όμως ήταν λίγο διαφορετικό γιατί αυτό το χαρτί έγραφε πάνω: "Μ'ακούς;" Προς το παρόν ένιωσε μια αναταραχή. Στο βάθος όμως παρατήρησε ακόμα μια πόρτα και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Ήταν η τρίτη πόρτα.

Την άνοιξε και βρήκε ενα δωμάτιο γεμάτο κούκλες. Κούκλες παιδικές, κούκλες από αυτές που βλέπουμε στις βιτρίνες, κούκλες σαν ανθρώπινες χωρίς ίχνος ζωής όμως πάνω τους. Όλες τους ήταν εξαιρετικά διακοσμημένες, είτε με ολοπόρφυρα ρούχα, είτε με χρυσαφένιες κλωστές, με μαλλιά που έλαμπαν στο ημίφως. Κούκλες που είχαν όλες ένα κοινό. Κοίταζαν προς μια συγκεκριμένη πλευρά του δωματίου σαν  να ήθελαν να καθοδηγήσουν τον απρόσκλητο επισκέπτη προς τα εκεί. Έτσι και έκανε. Προχώτησε προς το μέρος που κοιτούσαν οι κούκλες μα δεν είδε τίποτα το ιδιαίτερο εκτός από ένα σφραγισμένο παράθυρο.Στο πάτωμα όμως διαπίστωσε πως έλειπε μια σανίδα. Έσκυψε και αφού παραμέρησε δυο τρείς ακόμα είδε μια μικρή πορτα , την τέταρτη που μόλις την άνοιξε οδηγούσε σε κάτι σκαλιά.

Κατέβηκε τα σκαλιά και το φως λιγόστευε. Ώσπου ξαφνικά είδε νερό. Το γεύτηκε και ήταν αλμυρό. Η ζέστη εκεί κάτω ήταν αφόρητη. Από κάπου στο βάθος ακούστηκε ένα νιαούρισμα. Στο μισοσκόταδο τα μάτια της γάτας έλαμψαν. Κοιτάχτηκαν για κάμποση ώρα και έπειτα η γάτα γύρισε αργά και σαν να έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Έτσι και έγινε μέχρι που βρέθηκε σε ένα λαβύρινθο. Συνέχιζε όμως να έχει εμπιστοσύνη στη γάτα παρά το γεγονός ότι πλέον το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά. Στους τοίχους των διαδρόμων όμως ξαφνικά άναψαν κεριά. Πως δε τα είχε παρατηρήσει τόση ώρα, αναρωτήθηκε. Και ποιος στ' αλήθεια τα άναψε; Πριν προλάβει να λύσει το αίνιγμα διαπίστωσε ότι βρισκόταν μπροστά σε μια ακόμα πόρτα. Την πέμπτη.

Μπήκε σε ένα δωμάτιο από το οποίο κρεμόταν ένας πολυέλαιος ο οποίος φώτιζε το χώρο. Εκτός από τον πολυέλαιο το δωμάτιο δεν είχε τίποτα άλλο. Μονάχα στους τοίχους ήταν γραμμένη η λέξη "Ελπίδα". Προσπάθησε να διακρίνει αν υπήρχε και άλλη πόρτα που να οδηγούσε κάπου αλλού όμως όχι. Ήταν μόνο η πόρτα από την οποία είχε μπει. Έτσι ξαναγύρισε προς τα εκεί και την άνοιξε. Αυτή τη φορά όμως δε βρέθηκε στο λαβύρινθο, αλλά λες και ο κόσμος γύρω είχε αλλάξει βρέθηκε σε ένα νέο δωμάτιο . Ξανακοίταξε την πόρτα με απορία και είδε πάνω της χαραγμένο τον αριθμό έξι.

Θα έδινε περισσότερη σημασία αν εκείνη ακριβώς τη στιγμή δεν ακουγόταν ξαφνικά μουσική από το βάθος του δωματίου. Ήταν τα νυχτερινά του Σοπέν που γνώριζε τόσο καλά. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στη μουσική. Παραπατώντας έφτασε προς τη πηγή του ήχου. Ένα παλιό γραμμόφωνο. Μόλις το άγγιξε η μουσική αμέσως σταμάτησε, ο τοίχος τραβήχτηκε και εμφανίστηκε μια ακόμα πόρτα. Η έβδομη.

Μπήκε στο δωμάτιο και διαπίστωσε ότι στη μέση του στεκόταν μια φιγούρα. Έμοιαζε με ανθρώπου αλλά δεν ήταν ακριβώς. Το μόνο συναίσθημα που ένιωσε ήταν μια απέχθεια και μια σιχαμάρα . Ένα συναίσθημα που γνώριζε καλά από παιδί όποτε έβλεπε παρόμοιες φιγούρες. Ένα κύμα οργής φούσκωσε εσωτερικά. Αποφάσισε όμως να μη δώσει σημασία, να προσπεράσει τη σιχαμερή φιγούρα και να ανοίξει την πόρτα που βρισκόταν ακριβώς πίσω της. Την όγδοη.

Και τότε είδε τη θάλασσα. Το τοπίο αστικό, η θάλασσα όμως τα ομόρφαινε όλα. Μπήκε μεσα της. Ξάπλωσε πάνω της. Αιωρήθηκε στο κύμα, στο χρόνο, στο χώρο. Μα ξαφνικά ένας δυνατός κεραυνός έσχισε τον ουρανό, η θάλασσα αγρίεψε και το κύμα σηκώθηκε θεόρατο. Έπρεπε κάπως να γλυτώσει όταν ξαφνικά είδε μια πόρτα να επιπλέει. Την έπιασε σαν σανίδα σωτηρίας και μόλις την άγγιξε όλα χάθηκαν. Η θάλασσα, ο κεραυνός, το κύμα. Ήταν η ένατη πόρτα.

Βρέθηκε σε ένα δωμάτιο άδειο. Μόνο στον τοίχο είχε μια φωτογραφία. Εκείνη και εκείνος. Εκείνος και εκείνη. Όλα έμοιαζαν σαν όνειρο, σαν να μην υπήρχαν πραγματικά και όμως υπήρχαν. Με δάκρυα στα μάτια πλησίασε τη φωτογραφία. Έσκυψε να ακουμπήσει τα λατρεμένα χείλη έστω και στο χαρτί και τότε όλα χάθηκαν. Η φωτογραφία εξαφανίστηκε και άνοιξε διάπλατα μια πόρτα. Η δέκατη και τελευταία. Αυτή που έβγαζε έξω από το παλιό ερειπωμένο σπίτι, στην κορυφή του μαγικού λόφου που εμφανιζόταν κάθε βράδυ γύρω στο ηλιοβασίλεμα.

Βγήκε έξω στον έναστρο ουρανό. Και όπως όλοι οι άνθρωποι που κάποτε αγγίξαν το όνειρο και το βίωσαν, ξέσπασε σε λυγμούς. Κοίταξε τα αστέρια και ευχήθηκε να γίνει ένα από αυτά. Και η ευχή έπιασε τόπο.

Από την ημέρα εκείνη κανείς δεν ξαναείδε το παλιό ερειπωμένο σπίτι στην κορυφή του μαγικού λόφου. Δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά. Οι γεροντότεροι διηγούνται το θρύλο στους νεότερους και πολλοί έχουν παεί εκεί γύρω στο ηλιοβασίλεμα προσμένοντας να εμφανιστεί. Μάταια. Το μόνο που βλέπουν στη θέση του είναι ένα έντονο φως και όταν κοιτούν τον ουρανό διαπιστώνουν ότι προέρχεται από ένα λαμπερό αστέρι. Τότε οι νεότεροι γυρνούν στους γεροντότερους ζητώντας τους το λόγο για την κοροιδία. Εκείνοι όμως τους διηγούνται μια άλλη ιστορία. Την ιστορία εκείνης και εκείνου. Την ιστορία εκείνου και εκείνης. Και αυτή η ιστορία δε μπορεί να γραφτεί. Γιατί είναι σαν ένα όνειρο που είτε το αγγίζεις και το βιώνεις, είτε όχι.

Στην κορυφή του μαγικού λόφου, αφού περάσει κανείς τις πεδιάδες, στεκόταν το παλιό ερειπωμένο σπίτι. Το σπίτι αυτό εμφανιζόταν κάθε βράδυ γύρω στο ηλιοβασίλεμα και έστεκε εκεί, ερειπωμένο και ακατοίκητο, μέχρι την ανατολή. Έπειτα χανόταν στο φως της ημέρας.

Το σπίτι αυτό δεν υπάρχει πια. Έμεινε στη θέση του μονάχα ένα αστέρι να φωτίζει το χώρο. Ο θρύλος λέει πως ίσως κάποια στιγμή το αστέρι χαμηλώσει τόσο που θα αγγίξει τη γη και το σπίτι πάλι θα εμφανιστεί. Ποιος όμως στ' αλήθεια ξέρει; Εξάλλου δεν έχει και τόση σημασία. Σημασία έχει το όνειρο.

Σημασία έχει Εκείνη και Εκείνος. Εκείνος και Εκείνη.

Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

Της λησμονιάς το λίγο



Της λησμονιάς το ταίρι συνοδέψαμε
μόνο για λίγο ξεχάσαμε τη θλίψη
και των χρωμάτων την αλλαγή γυρέψαμε
μα οι ενοχές μας χάλασαν τη μίξη

Τώρα σε μέρη άγνωστα γυρίζουμε
αλλού να βρίσκουμε το φως μες τα σκοτάδια
μα της ψυχής τ' ανείπωτα που μας ορίζουν
αφήνουν όλα μας τα όνειρα να μένουν άδεια

Κι έτσι εγώ τη φυλακή μου να μαζέψω προσπαθώ
μέσα από λέξεις που δε μπόρεσα να εκφράσω
στέκομαι λίγο και μοιάζω να υπνοβατώ
κι όσα δεν είπα, μου μένει μόνο να τα γράψω

Τώρα παγώνει το βλέμμα και το χέρι μου
απ' το σκοτάδι των ματιών μου βγαίνει φως
τώρα που μπήγω στην πληγή μου το μαχαίρι μου
μοιάζω αυτόχειρας να είμαι ιδανικός

Κι έτσι οι λέξεις μπερδεύονται στο είναι μου
βλέπεις το χάος στο μυαλό μοιάζει φορές να είν' κακό
γι αυτό απ' των ματιών το φως λιγάκι δίνε μου
μήπως μπορέσω τελικά να μου αρκώ

Τώρα καθρέφτες έβαλαν τριγύρω μου
κι όπου κοιτάξω το βλέμμα μου κοιτώ
μα είν' αλήθεια όσα βλέπω να 'ναι γύρω μου;
και τώρα πια το τίποτα μοιάζει να ειν' απτό

Μόνο για λίγο αγγίξαμε τη θλίψη μας
μέσα στο βάθος των ψυχών βασανισμένη
μα η λογική καθόρισε τις τύψεις μας
κι έτσι για λίγο γίναμε ευτυχισμένοι

Μες της ψυχής σου τον καθρέφτη πάλι κοίταξα
και είδα πως στ' αλήθεια παράδοξα μου μοιάζω
και όλα μου τα όνειρα σιωπηλά τα φύλαξα
είδα τα βάθη των ματιών·
είδα τα βάθη των ψυχών·
κι όμως
δε μ' είδα να τρομάζω