Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Τα όνειρα πεθαίνοντας...

Πάλι μίλησε ο ήλιος και πάλι άστραψε ο ουρανός. Νύχτα παγωμένη χαμήλωσε τα μάτια σου, άνοιξε τ' αυτιά σου και άκου. Άκουσε των πόνο των πραγμάτων, το θλιμμένο τραγούδι της αμυγδαλιάς που περιμένει την άνοιξη για ν' ανθίσει. Μη δακρύσεις τούτη τη φορά. Μην προσκυνήσεις τ' απροσκύνητα. Μη δειλιάσεις ξανά μπροστά στους ματωμένους ουρανούς. Αφού έχεις νιώσει κι έχεις καταλάβει τον πόνο του ανθρώπου.

Σιγή μου όμορφη, σιωπή μου άδεια, να 'ξερες πόσο σε λατρεύω. Στο βουητό της θάλασσας, στον ήχο του ηλιοβασιλέματος, αφήνω την ψυχή μου να βυθιστεί. Μονάχα εκεί νιώθω ίσος και ίσως κι όταν λούζομαι απ' τις σταγόνες της βροχής. Ξέρω πέρασε καιρός, ξέρω πως δεν είναι όπως παλιά μα πίστεψε με πως όσο δύσκολο κι αν φαίνεται εγώ θα προσπαθήσω. Μόνο για σένα λυπάμαι, μόνο για σένα νιώθω πως φταίω. Μα άστα να πάνε, καθένας βαδίζει στο δρόμο του.

Στον αφρό των κυμάτων ταξιδεύουν τα όνειρα μας, ψάχνοντας για νέες πολιτείες. Νέες προκλήσεις, νέες δυσκολίες, νέες λύπες και χαρές. όμως τι είναι η ζωή χωρίς τα παραπάνω; Φαντάστηκες ποτέ τον ουρανό δίχως αστέρια; Τ' αστέρια είμαστε 'μεις λοιπόν, σαρανταπληγιασμένοι ψάχνοντας τον ευκολότερο δρόμο για να καούμε στον ήλιο. Μα κανείς μας δεν θα τα καταφέρει. Γιατί για να φτάσεις να καείς στον ήλιο πρέπει να βρεις τον δύσκολο δρόμο. Να ματώσουν τα πόδια σου από τις πέτρες, να στεγνώσει το στόμα σου από τη δίψα, να σκιστεί το δέρμα σου από την αλμύρα. Μόνο τότε θα έχεις ίσως πλησιάσει τον ήλιο. Και όταν η βροχή θα πέφτει μη προφυλάσσεσαι. Μη ψάχνεις μέρος να κρυφτείς. Παρά μονάχα χαρούμενος να βγαίνεις στο δρόμο και να αφήνεις το νερό να σε μουσκεύει. Στο λέω εγώ που τη βροχή φοβήθηκα και τώρα είμαι βρεγμένος. Που σ' άλλα πίστεψα κι άλλα κινώ να πράξω.

Κι αν όπως κάπου διάβασα ή κάποιος μου το είπε πως ο άνθρωπος πεθαίνει - αλήθεια τι έκπληξη κι αυτή; Ο άνθρωπος να πεθαίνει!- τότε που πάνε τα όνειρα του; Πεθαίνουν και αυτά ή καίγονται στον ήλιο; Βροχή μου λατρεμένη χωρίς να ξέρω σίγουρα, μονάχα από ένστικτο, τούτο μονάχα θα σου πω: Τα όνειρα πεθαίνοντας καίγονται στον ήλιο!

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Ονειρολογισμός


"Ο κυρ-Αντώνης βιάζεται να πάει να κοιμηθεί
γιατί το βράδυ στα όνειρα του θέλει να θυμηθεί
ό, τι ποτέ δεν έζησε μες τ' όνειρο του ζει
μα η νύχτα φεύγει και λυπημένο τον βρίσκει η χαραυγή"

Ο κυρ-Αντώνης, Μάνος Χατζιδάκις

Μεγάλωσα μονάχος μου με συντροφιά τα όνειρα. 
Σε μονοπάτια της ψυχής μου βρέθηκα απόμερα. 
Γνώρισα την αγάπη, έμαθα τη λατρεία 
και άλλα πράγματα πολλά άγραφα στα βιβλία.

Ήμουν για λίγο πάνω
μα πιο πολύ στα κάτω
κι όποτε σήκωνα κεφάλι
βρισκόμουνα ξανά στον πάτο.

Και τώρα στης ψυχής το βάθεμα
με πιάνω να τρομάζω
στον απολογισμό αυτόν εδώ
τον εαυτό μου να δικάζω.

Δυό άνθρωποι μαγικοί
μου 'μάθαν τη ζωή
και για όσα έκαναν θα τους λατρεύω
μέχρι την τελευταία μου πνοή.

Και τότε φίλε βρήκα εσένα
που τώρα είσαι μακρυά στα ξένα
κι ένιωσα για πρώτη μου φορά πως έχω αδελφό
και πως δεν πρέπει να φοβάμαι γιατί θα είσαι πάντα εδώ.

Κάποιες φορές τα λόγια είναι λίγα
για να εκφράσουν τα συναισθήματα,
ας μείνουμε φίλε μου λοιπόν εδώ
με τα δικά μας τα συνθήματα.

Ύστερα ήρθαν τα γράμματα
μαζί με τα φαντάσματα
κι έμαθα πράγματα απίστευτα για μένα
και για όσα στην ψυχή μου είναι καμωμένα.

Τότε οι ίδιοι άνθρωποι βρέθηκαν εκεί
και μου 'δωσαν ξανά ζωή
τον εαυτό μου να ξαναμάθω μου δίδαξαν 
κι όσα κι αν κι εκείνοι πέρασαν με την αγάπη τους τα νίκησαν...

Βλέπεις τους έτυχα εγώ
μαυροντυμένος ήλιος
σκαντζόχοιρος ευαίσθητος
γάτος μαζί και σκύλος!

Αργότερα ήρθες και εσύ
αστέρι που έπεσε στη γη
μπροστά σε θάλασσα, πάνω σε βράχια
ενώθηκαν της ψυχής μας τα κομμάτια.

Μα ξαφνικά σε φόβισα
-ήταν βλέπεις τα φαντάσματα-
κι όμως όσο πάλευα εκεί
το χέρι μου κρατούσες μέχρι την αυγή.

Κι αλήθεια ποιος θα μου 'λεγε
ότι τ' αστέρια βρίσκονται στη γη
κι ότι το φωτεινότερο
μες την ψυχή μου κατοικεί;

Δε θέλω όμως να ξεχάσω εσένα
που βρέθηκες εκεί
και όσα με οδήγησαν 
στων λόγων σου τη θαλπωρή.

Χρόνια πολλά 
και ώρες αμέτρητες
άλλες τις έζησα στη φυλακή
και άλλες ήταν λεύτερες.

Μα αν δεν ήταν εκείνοι 
και κατ' επέκταση εσύ
τότε απ' τα χιλιάδες φαντάσματα
αμφιβάλλω αν έστω κι ένα θα 'χε διαλυθεί.

Παρ' ότι μείναν λίγα
και δεν πεθάναν οριστικά
αν δεν υπήρχε η δική σου πυξίδα
δεν θα τα έγραφα όλα αυτά.

Και τώρα φτάνοντας στο τέλος
-που σημαίνει μια νέα αρχή-
γνώριμος φόβος με κατακλύζει
και μου παγώνει την ψυχή.

Βλέπεις είναι τα όνειρα 
που μου ζητούν εκδίκηση
νύχτα την πόρτα μου χτυπούν
να γράψω θέλουν τούτη την αφήγηση.

Με τα όνειρα μου συντροφιά 
βρέθηκα ως εδώ
και με τα όνειρα μου αγκαλιά
το μέλλον θέλω να θωρώ

Γιατί χάρη σ' αυτά γνώρισα θάλασσες, βουνά,
γιατί χάρη σ' αυτά
έχω ένα αστέρι
στης ψυχής μου την αγκαλιά.

Κι όμως εγώ ακόμα φοβάμαι
τα φαντάσματα μην ξαναρθούν
μα μεγαλύτερο τρόμο μου φέρνει μήπως
τα όνειρα μου πεθάνουν πριν προλάβουν καν να γεννηθούν!

pour l'eternité...

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Ξεχασμένες σιωπές

Κι αν οι σιωπές σου εμφανιστούν και πουν το "ναι", μην ξεχαστείς και προδοθείς και συγχωρέσεις. Μη μαγευτείς από τα λόγια τα όμορφα και τις θαμπές εικόνες. Κράτα μονάχα τον εαυτό σου ακέραιο, πιστό μέσ' το καθήκον σ'αυτό που σου 'γραψε η μοίρα για να ζήσεις. Γιατί είναι ύπουλες οι νύχτες του καλοκαιριού. Με την υγρασία να τρυπάει τα κόκαλα σου και με μαγευτικά φεγγάρια να σε κάνουν να χάνεσαι σε ονειροπολήσεις.

Υπόγειοι ήχοι παρελθοντικοί την πόρτα σου θα χτυπήσουν. Μην ανοίξεις, μην παραδοθείς. Στο χτες θέλουν να σε γυρίσουν, εσένα που τώρα φτιάχνεις τ' αύριο σου. Δες τα πράγματα απλά, σαν ένα ταξίδι στη θάλασσα στο κατάστρωμα μεγάλου καραβιού. Κλείσε τ' αυτιά στις Σειρήνες που σίγουρα θα εμφανιστούν. Μη σε νοιάζει το βάθος της θάλασσας. Εσύ κοίτα μόνο τον ορίζοντα. Μη φοβηθείς τις τρικυμίες. Ήρθαν πολλές και πέρασαν και σίγουρα θα ΄ρθουν κι άλλες.

Μείνε αυτό που είσαι και μην αλλάξεις. Μικρό παιδί,  αθώο, ευαίσθητο και τρυφερό, έδωσες τις μάχες σου και βγήκες νικητής. Μα δεν κερδήθηκε ο πόλεμος. Κι όσα πίσω άφησες εσύ τα ξέχασες, εκείνα δεν ξεχνάνε. Πώς να ξεφύγουν άλλωστε αφού γίνηκαν κι αυτά κομμάτι του εαυτού σου; Όμως εσύ πέτα ψηλά, όσο ψηλότερα μπορείς. Τίποτα δεν ξεχνιέται τίποτα δεν ακούγεται πια μέσα στη σιωπή.

Κι αν πάλι έρθουν καιροί ζοφεροί και οι σιωπές ξανά μιλήσουν κλείσε τα μάτια, κλείσε τ' αυτιά και άφησε τες να περάσουν. Κι έτσι θ' αποδείξεις πως τόσο αίμα, τόσες θυσίες δεν πήγανε χαμένα. Και θα 'σαι εδώ, ήλιος σε καταιγίδα, κεραυνός στην καλοκαιριά, της θάλασσας τραγούδι να στέκεσαι περήφανα καθώς αγναντεύεις νέες στεριές και νέα κύματα που θα σε ταξιδεύουν στους ορίζοντες των ονείρων σου.

Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

Κοίτα τριγύρω τις στιγμές

Κοίτα τριγύρω τις στιγμές, μελωδικοί ήχοι στη σιγαλιά της νύχτας. Άλλους τους τρομάζουν και άλλους τους κάνουν να γελούν. Ποιος είμαι εγώ; Ποια είσαι εσύ; Σε μια στιγμή ξεκαθαρίζουν όλα. Νυχτοπούλια μας γελούν και ο αφρός των κυμάτων χαϊδεύει τις σάρκες μας. Μα στο τέλος τι είναι αυτό που θα μείνει; Ένα ξέσπασμα και ένα τέλος με τη μουσική ασταμάτητα να παίζει. Και τα νερά θα έχουν θολώσει και εσύ θα φοβάσαι να γδυθείς, θα φοβάσαι να νιώσεις το νερό στο πάλλευκο κορμί σου.

Κοίτα τριγύρω τις στιγμές και χαμογέλα. Σε λίγο ο ήλιος πάλι θα ανατείλει,γιατί έτσι έμαθε να κάνει. Η υγρασία των χειλιών σου θα αφαιρέσει τις υπάρξεις μας και θα χαθούμε μέσα στη δίνη του σεληνόφωτος. Ερωτικά λόγια θα μου ψιθυρίζεις καθώς δίπλα μας θα σκάνε χιλιάδες αστέρια φορτωμένα με το βάθος των ματιών σου. Τα φύκια θα συνεχίσουν να πάλλονται σαν τις χορδές της κιθάρας δημιουργώντας την υποθαλάσσια μελωδία τους. Δύο αστερίες θα χαμογελούν και χιλιάδες πετραδάκια θα σμίγουν μεταξύ τους.

Κοίτα τριγύρω τις στιγμές που δεν θα 'ναι πάντα όμορφες. Θα έρθουν και δύσκολοι καιροί και χρόνια δυστυχισμένα, ο θάνατος παντού θα απλώσει τα δίχτυα του και θ' αναρωτιέσαι για το νόημα των πραγμάτων. Η πίκρα και η θλίψη θα ρίξουν τις κουρτίνες στη ζωή σου και τότε θα καταλάβεις τι σημαίνει απλά μια αγκαλιά. Μια αγκαλιά για να ξεφύγεις από τα γραμμένα.

Κοίτα τριγύρω τις στιγμές που θα σου δώσουν τη δύναμη μπροστά να προχωρήσεις. Και όταν οι ώρες θα περάσουν και φωτιστεί η πλάση, τότε θα εκτιμήσεις το χαμόγελο και τη γλύκα των ανθρώπων. Όλοι μαζί αγκαλιασμένοι στην ίδια θάλασσα κολυμπώντας κατανοώντας τις υπάρξεις μας, τη δύναμη και την αδυναμία, αναζητώντας την αθανασία, θα γελάσουμε και θα κλάψουμε συνειδητοποιώντας το απλούστατο νόημα των πραγμάτων.

Κοίτα τριγύρω τις στιγμές και κράτα τες σφιχτά. Δυο μάτια, μια αγκαλιά ένα χαμόγελο, αστέρια που χορεύουν. Στιγμές μικρές και όμορφες, απλές και μαγικές, στιγμές που ορίζουν το τι είσαι, το τι είμαι, το γιατί και το πως. Στιγμές που αφήνουν αναπάντητα τα ερωτήματα και στιγμές που λύνουν όλες τις απορίες.

Κοίτα τριγύρω τις στιγμές και επιτέλους κατάλαβε! Γι αυτές τις στιγμές ζεις, αυτές οι στιγμές είναι η ζωή σου. Και έτσι πιασμένοι χέρι-χέρι περπατώντας σε καλοκαιρινό χωράφι γεμάτο με στάχυα, με τον πυρωμένο ήλιο να καίει τα κεφάλια μας, θα φτάσουμε στη θάλασσα. Και θα βουτήξουμε στα  γαλαζοπράσινα νερά της κολυμπώντας μέχρι την ασημοστόλιστη πύλη του φεγγαριού μας. Ενός φεγγαριού που θα κρατάει μοναχά μια στιγμή. Τη δική μας.

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Ψυχοσύνθεση




"Γαμημένε μπάσταρδε" ούρλιαξε ο Πάνος και προσγείωσε τη γροθιά του στο πρόσωπο του Γιάννη. "Θα πεθάνεις αρχίδι" συνέχισε ρίχνοντας του μια κλοτσιά στα πλευρά. Ο Γιάννης πεσμένος αιμόφυρτος στο πάτωμα προσπαθούσε να αμυνθεί και να συνέλθει, τα απανωτά χτυπήματα όμως έκαναν το κεφάλι του να βουίζει και τα μάτια του να μην μπορούν να ανοίξουν. Τα χείλη και τα φρύδια του είχαν σκιστεί και το αίμα έτρεχε ρυάκι στο μελανιασμένο πρόσωπο του.

-"Σταμάτα ρε μαλάκα θα τον σκοτώσεις" επενέβη τότε ο Λευτέρης, φίλος του Πάνου, που παρακολουθούσε μέχρι τότε αμέτοχος τη σκηνή.

-"Δεν θα τον σκοτώσω, θα του φάω την καρδιά του καριόλη" απάντησε ο Πάνος συνεχίζοντας να χτυπάει τον πεσμένο και ανήμπορο να αντιδράσει Γιάννη. "Ρε κωλόπουστα, ρε γαμημένε, ήσουν μάγκας νόμιζες έ; Ήσουν νταής ρε μπάσταρδε;" συνέχιζε το έργο του ασταμάτητος ο Πάνος, λαχανιασμένος πλέον από την λύσσα και τη μανία που είχε και μη σταματώντας λεπτό να γρονθοκοπεί και να κλωτσάει τον Γιάννη. Ο Λευτέρης τότε, καταλαβαίνοντας ότι τα πράγματα είναι σοβαρά μπήκε μπροστά στον Πάνο και με όλη τη δύναμη που τον χαρακτήριζε τον έσπρωξε μακρυά.

-"Φτάνει ρε μαλάκα, θα τον σκοτώσεις και θα έχουμε μπλεξίματα πάλι", του είπε με αγριεμένο ύφος.
¨Πρέπει να πάμε και στον Μάριο μετά..."  συνέχισε ο Λευτέρης προσπαθώντας να δώσει στον Πάνο να καταλάβει πως η συνέχιση του ξυλοδαρμού δεν θα ήταν προς όφελός τους.

Ο Πάνος βλέποντας πως ο Λευτέρης είχε αγριέψει πραγματικά αποφάσισε να σταματήσει. Εξάλλου ο φίλος του είχε δίκιο. Σε λίγο έπρεπε να πάνε στον Μάριο να παραλάβουν το πακέτο που είχε φτάσει μέσω διάφορων διαδρομών από την Ολλανδία. Καθαρή κοκαϊνη πρώτης ποιότητας. Θα έπιναν αρκετή οι δυο τους και την υπόλοιπη αφού τη νόθευαν θα την πούλαγαν για να βγάλουν και αυτοί ένα αξιοσέβαστο ποσό.  Φεύγοντας ο Λευτέρης γύρισε προς τον πεσμένο Γιάννη και ρίχνοντάς του μια ακόμα κλοτσιά στα πλευρά που τον έκανε να σφαδάζει του είπε : "Την επόμενη φορά δεν θα τον σταματήσω. Κατάλαβες μουνόπανο;"

Δύο ημέρες πριν...

Ο Γιάννης ετών τριανταδύο, υπάλληλος σε ασφαλιστικό γραφείο, χωρίς σχέση και μένοντας ακόμα με τους γονείς του, βγαίνει  απογοητευμένος από το γραφείο του διευθυντή του. Μόλις του έχει ανακοινωθεί η απόλυση του. Μαζεύει τα πράγματα από το γραφείο του και κατεβαίνει τις σκάλες με αργά βήματα. Σιγά σιγά η απογοήτευσή του μετατρέπεται σε λύπη, η λύπη σε οργή και θυμό. Νευριασμένος με όλα, με το μπάσταρδο διευθυντή, με τη Μαρία που τον παράτησε, με τα φανάρια που είναι όλα κόκκινα, με τη γαμημένη κοινωνία που δεν του δίνει άλλη επιλογή τρόπου ζωής εκτός από την ήδη υπάρχουσα, με τους γονείς του, με τον εαυτό του τον ίδιο.

Μπαίνει στο αυτοκίνητό του, για το οποίο αναρωτιέται πως θα το ξεχρεώσει χωρίς δουλειά πλέον, και πατάει το γκάζι οδηγώντας σαν μανιακός. Περνά από τις πιο καλές περιοχές της πόλης και καταριέται τον πλούτο των άλλων. Χωρίς να το καταλάβει φτάνει στα κακόφημα σημεία του αστικού ιστού, και βλέπει τη θλίψη και τη μιζέρια που επικρατεί. Άραγε εκείνος που ανήκει; σκέφτεται καθώς τα λάστιχα σφυρίζουν στο απότομο φρενάρισμά του. Μία γιαγιά κρατώντας ένα σκύλο περνά το φανάρι και παραλίγο να την πατήσει.

Όλη η οργή του τότε ξεσπάει. "Μωρή μαλακισμένη κωλόγρια δεν βλέπεις μπροστά σου; Κόκκινο είναι για τους πεζούς το γαμημένο. Δεν το βλέπεις;" Εκτός εαυτού χωρίς να συνειδητοποιεί ούτε ο ίδιος το τι λέει και τι κάνει, νιώθει το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι του. Έντρομη η γριούλα ψιθυρίζει κάτι σαν "συγγνώμη αγόρι μου, δεν πρόσεξα". Τα λόγια αυτά όμως χτυπάνε σαν σφυριά μέσα στο κεφάλι του Γιάννη. Κατεβαίνει έξαλλος από το αυτοκίνητο και πλησιάζει τη γριούλα. Τότε χωρίς ούτε ο ίδιος να καταλαβαίνει τι κάνει αρχίζε να την χτυπά με μανία φωνάζοντας: "Δεν πρόσεξες μωρή κωλόγρια; Δεν πρόσεξες; Θα σε κάνω εγώ να προσέχεις άλλη φορά. Και εσένα και το κοπρόσκυλο σου" και με τα τελευταία του λόγια έδωσε μια δυνατή κλοτσιά στο σκυλί. Η γριούλα είχε πέσει στη μέση του δρόμου και το σκυλάκι γάβγιζε μανιωδώς. Με δυο τρεις κλοτσιές ακόμα έπαψε και αυτό. Τότε ο Γιάννης ξεψυχισμένος, λαχανιασμένος, παγωμένος, ξαναμπήκε στο αυτοκίνητό του ελπίζοντας να μην τον έχει δει κανείς. Ούτε ο ίδιος δεν πίστευε το τι είχε κάνει. Αυτός που ήταν πάντα ένα υπόδειγμα ηθικής, που σέβονταν και τιμούσε τους μεγαλύτερους, που είχε αρχές και αξίες. Πως είχε καταντήσει έτσι; Γιατί είχε καταντήσει έτσι;


 Εκείνη την νύχτα δεν μπόρεσε να κοιμηθεί. Είχε σηκωθεί από το κρεββάτι του και ξαναπήγε στο μέρος όπου είχε χτυπήσει την γριά μήπως και κατάφερνε να την πετύχει κάπου να πέσει στα γόνατα και δακρυσμένος να της ζητήσει συγχώρεση.  Δεν την βρήκε όμως πουθενά. Ούτε την επόμενη μέρα όπου έπραξε ακριβώς το ίδιο. Αντίθετα, έπεσε πάνω στον Πάνο και στον Λευτέρη, οι οποίοι εκεί κοντά έκαναν τις "περίεργες" δουλειές τους. Δεν ήταν μπροστά στο περιστατικό, όμως είχανε μάθει τί συνέβη από την Ντίνα, μια κοπέλα που έμενε στη γειτονιά, και τους ειδοποιούσε όταν ερχόντουσαν οι μπάτσοι. Γιατί μπορεί οι ίδιοι να σκόρπαγαν θάνατο, ο κώδικας τιμής τους όμως και το αξιακό τους σύστημα δεν τους επέτρεπε να μείνουν απαθείς μπροστά σε κάτι τέτοιο ούτε τους ένοιαζαν τα βαθύτερα αίτια που έκαναν τον Γιάννη να πράξει κάτι τέτοιο. Πολύ περισσότερο δεν τους ένοιαζε, ούτε ήθελαν να ξέρουν, αν ο Γιάννης είχε μετανιώσει για τις πράξεις του. Γι' αυτούς υπήρχε η πράξη που έπρεπε να τιμωρηθεί και η τιμωρία της.

Η συνέχεια, είναι πλέον σε όλους μας γνωστή. . . 

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Για τις μικρές στιγμές

Για όλες τις στιγμές μου, για όλες τις ενοχές μου, για όσα έζησα και τώρα νοσταλγώ. Για τα απομεσήμερα με τη πυρωμένη άσφαλτο να αχνίζει και τη σιγή των δρόμων να τρυπάει τα αυτιά μου. Για τις παλιές τις θύμησες και για τη θάλασσα που κυλούσε νωχελικά ανάμεσα στα βράχια. Για τη θέα από ένα φάρο ξεχασμένο. Γι' αυτά που όταν κλείνω τα μάτια με ταξιδεύουν, για τα όνειρα που ποτέ τους δεν πεθάναν και για όλα όσα έκαναν ένα διάλειμμα λίγο πριν ξαναρχίσουν.

Για τις μέρες εκείνες που ταξίδευα στου ουρανού τ' αστέρια μα και για τις νύχτες εκείνες που δεν θέλω να ξαναρθούν. Για τις βόλτες στα πλακόστρωτα αρχαία σοκάκια και για τους πεζόδρομους που στο μυαλό μου ακόμα χαραγμένοι περιμένουν να περπατηθούν. Για όσα με τα μάτια μου ευλογημένος είδα και για τ' ακόμα περισσότερα που να 'ρθουν καρτερούν. Για τα βουνά και τα ποτάμια, τα κτίρια και τις πλατείες, για τους ανθρώπους! για τους χιλιάδες ανθρώπους ακόμα και γι' αυτούς που μιλήσαμε μονάχα με δυο ματιές.Για τα σχήματα που τα σύννεφα παίρνουν, για τις ώρες που αδιάκοπα κυλούν, για τα αεροπλάνα, τα τρένα και τα πλοία για όσα στα όνειρα μου πιο κοντά να βρεθώ με βοηθούν.

Μα αν χαθεί το όνειρο τότε τι θα υπάρχει; Γιατί στ' αλήθεια θ' αξίζει να ζεις; Και όταν τα χρόνια θα έχουν περάσει και με ζαρωμένα μάγουλα θα γλείφω απ' τα χείλη μου την αλμύρα της θάλασσας, τότε  τα μισόκλειστα μου μάτια αλήθεια
θα κλαίνε ή θα γελούν;

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Ό,τι φαντάζεσαι αληθινά

Τώρα που οι φόβοι σου σε πλησιάσαν και σ' αποφύγαν
τώρα που οι μέρες σου εμφανίστηκαν λειψές
τώρα που οι σκέψεις σου πάλι επανήλθαν
κι άγνωστες φιγούρες παρατηρείς από το χτες.

Ξέρεις πως λίγοι θα σε καταλάβουν
ξέρεις πως θα χλευάσουν όλα όσα πεις
κι όμως τα λάθη σου με τη ζωή θα συνταιριάξουν
κι εσύ θα μείνεις παρατηρητής.

Όμως όσα κι αν είν' τα όνειρα που έζησες στο χτες σου
μελλούμενα, γραμμένα, πίσω απ' τις σκιές
στο σήμερα θα γίνουν πράξη οι ευχές σου
και θα φιλιώσεις με τις λευκές γραμμές.

Αλήθεια ποιος προσπάθησε να παίξει με το χτες σου
ποια ειν' αυτά τα μάτια που σε παρατηρούν;
Ήρθε καιρός να πάψουν πια οι ενοχές σου
κι όλα όσα τη ζωή σου, σου στερούν.

Νεκρά πουλιά, νεκρές στιγμές,
στο βούρκο της αλήθειας
άγχος για το αύριο, φόβος για το χτες,
κι ένα μεγάλο λάθος που έγινε συνήθεια


Και τώρα να που βρίσκεσαι πάλι στην αρχή σου
και θέλεις με τα όνειρα να ζήσεις τη ζωή σου.
Σου λένε πως δε γίνεται, δεν είναι εφικτό
κι όμως ό,τι φαντάζεσαι, ειν' αληθινό!

Γι' αυτό και όσα θέλεις
κυνήγα τα πραγματικά
μια είναι η στιγμή που βλέπεις
ζήσε την αληθινά!

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Active Member συνέντευξη

Ψάχνοντας τα αρχεία στο υπολογιστή μου για κάτι που ήθελα να βρω, έπεσα πάνω σε μια "ξεχασμένη" συνέντευξη δύο ανθρώπων των οποίων την μουσική αγαπώ. Αποφάσισα λοιπόν να την ξαναβάλω στο διαδίκτυο από αυτόν εδώ το χώρο μιας και παλιότερα (το 2011) που είχε πραγματοποιηθεί η συνέντευξη είχε δημοσιευθεί σε ένα blog το οποίο τότε διαχειριζόμασταν με κάτι φίλους. Το blog αυτό όμως έπαψε πια να υπάρχει και θεώρησα πως θα ήταν κρίμα να μην υπάρχει κάπου στο διαδίκτυο μια συνέντευξη που για εμένα προσωπικά σήμαινε πολλά... Πάμε λοιπόν!

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ACTIVE MEMBER

Συζητώντας με τον εαυτό μου από μικρός, του είπα: «Φίλε, άκου να δεις. Εγώ και εσύ είμαστε εδώ πέρα. Προχωράμε λοιπόν μαζί, με στόχο και σκοπό μας να πραγματοποιήσουμε τα όνειρα μας».

Περνώντας τα χρόνια, έπεσε στα χέρια μου το «Άξιον Εστί», του Οδυσσέα Ελύτη.
Κάπου εκεί, βρήκα τη φράση που σημάδεψε τη ζωή μου: «Να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση».

Από εκεί και πέρα, ένα από τα μεγαλύτερα όνειρα μου, ήταν να γνωρίσω από κοντά δύο ανθρώπους που με τους δικούς τους στίχους, σημάδεψαν σημαντικές στιγμές της ζωής μου: Τον Μιχάλη Μυτακίδη και τη Γιολάντα Τσιαμπόκαλου, ή αλλιώς B.D Foxmoor και Sadahzinia. Ο δημιουργός των Active Member και η νεράιδα της ελληνικής hip-hop σκηνής, σύντροφος του στη ζωή και τη μουσική.

Κάπου ανάμεσα σε συναυλίες, προβλήματα, τη Ρούμπα, την κόρη τους Μάγια και διάφορους στίχους, το όνειρο μου πραγματοποιήθηκε.

Ήταν στις 17 Απριλίου 2011, στη συναυλία των Active Member στο Gagarin. Εκεί, γνώρισα από κοντά τον Μιχάλη και τη Γιολάντα, ενώ καθυστέρησα και λίγο την έναρξη της συναυλίας για να τους απευθύνω κάποιες ερωτήσεις, σε κάτι που κάποιοι θα ονόμαζαν συνέντευξη. Εγώ το λέω εκπλήρωση ενός ονείρου. Μιχάλη και Γιολάντα, σας ευχαριστώ…


-Μιχάλη, 20 Ιουνίου 1992. Μια ημερομηνία που φαντάζομαι ότι θα σημαίνει πολλά για σένα. Σε γυρνάω χρόνια πίσω. Τι ακριβώς σου θυμίζει, ποια είναι τα συναισθήματα σου;

«Κοίτα, η αρχή πάντα θυμίζει πράγματα. Πρώτα απ’ όλα, σου θυμίζει ότι περνάνε γρήγορα τα χρόνια, όταν τη σκέφτεσαι (γέλια).

Δεύτερον κάνεις πάντα ένα γρήγορο απολογισμό στο μυαλό σου να δεις τι συνέβη όλα αυτά τα χρόνια. Αυτό που συνέβη σε εμάς ήταν γεμάτο ζωή με ό, τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Χαρές, λύπες, τραγωδίες, κωμωδίες, οτιδήποτε μπορεί να είναι η ζωή μας. Απλά δεν έχω πέσει ευτυχώς ακόμα στην παγίδα της νοσταλγίας, γιατί συνέχεια κάνω πράγματα και δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να νοσταλγεί, κάπως σαν το «Πίσω δεν γυρνάω».

Μπορεί η ημερομηνία αυτή να είναι ορόσημο γιατί εκείνη τη μέρα φτιάχτηκαν οι Active Member, αλλά τώρα έχουν περάσει 19 χρόνια και έχω όρεξη για καινούργια πράγματα. Ό, τι και να σου πω θα είναι εγκυκλοπαιδικό για τα χρόνια αυτά. Και αριθμούς και στατιστικές…

Ξέρεις καμιά φορά αυτοί που κάνουν πράγματα δεν προλαβαίνουν να τα ζήσουν και καλά, μη νομίζεις. Τα ζούνε διαφορετικά, αλλά δε σημαίνει ότι τα ζούνε και καλά».

Στο πρώτο κομμάτι του πρώτου δίσκου σας, τη «Διαμαρτυρία» (1993), λες πως «ορκίζομαι πως δεν θα τραγουδήσω με στίχο ελληνικό, μα το κάνω για να νιώσετε ότι και αν πω». Σήμερα, πιστεύεις ότι όλοι αυτοί που σε ακούνε και σε στηρίζουν τόσα χρόνια, έχουν νιώσει κάτι απ’ όσα έχεις πει;

«Σίγουρα, αλλιώς δεν θα υπήρχαμε. Φαντάσου ότι όταν δεν είσαι μέρος του παιχνιδιού γενικά, για να υπάρχει κόσμος που σε στηρίζει και αφήνει την ψυχή του κάτι καταλαβαίνει.

Τώρα αν ακριβώς έχουν κατανοήσει αυτά που εγώ ήθελα να περιγράψω, είναι ένα άλλο θέμα, αλλά η ελευθερία ανήκει και σε αυτούς που σκέφτονται, σε αυτούς που ακούνε και όχι μόνο σε αυτούς που γράφουν. Δηλαδή εσύ μπορεί να βρεις ένα κομμάτι της ζωής σου και να το εξηγήσεις διαφορετικά. Εγώ έφτιαξα τραγούδι που αφορούσε εμένα, το έκανα για μένα.

Αφού το μοιραστήκαμε είσαι ελεύθερος να το πάρεις όπως θες».

(Στο σημείο αυτό μπαίνει και η Γιολάντα στο δωμάτιο)

Αληθεύει ότι οι στίχοι σας, διδάσκονται σε πανεπιστήμια των Η.Π.Α.;

«Τώρα αυτό καλό είναι; (γέλια). Εντάξει μου έχουν πει διάφορα για πολλά πανεπιστήμια και στη Γερμανία και στην Αγγλία. Εμένα θα με ενδιέφερε πολύ όχι να διδάσκονται, αλλά να ακούγονται και να μοιράζονται στα δικά μας πανεπιστήμια.

Το τι μπορεί να πάρει ένας Γερμανός, ένας Άγγλος και ένας Αμερικανός από τη γλώσσα μας καταλαβαίνεις και εσύ ότι θα είναι ελλιπές.

Τώρα πως καταφέρανε κάποιοι άνθρωποι κάποτε και πήραν Νόμπελ λογοτεχνίας στα ελληνικά, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Το δικό μας το παιχνίδι με τις λέξεις απευθύνεται δυστυχώς μόνο στους ανθρώπους που ζούνε και καταλαβαίνουν αυτή τη γλώσσα και την τρέλα της.

Αλλά από εκεί και πέρα, δεν με έχουν καλέσει και πουθενά για να το επιβεβαιώσω. Έχω ακούσει και έχω δει και έχω μάθει ότι ασχολούνται κάποιοι με τους στίχους μας και λίγο παραέξω».

Είσαι μαζί με μια πανέμορφη γυναίκα που πολλοί θα ποθούσαν. Γενικά, ζηλεύεις;

«Όχι, γενικά δε ζηλεύω, ζηλεύω που δεν είμαι και εγώ πια όμορφος για να μπορεί και εκείνη να έχει κάτι έτσι πιο όμορφο δίπλα της (γέλια).

Έπεσες τώρα σε ένα σημείο μου που δεν είναι από τα τρωτά μου. Γενικά δε ζηλεύω».

Γιατί αποχώρησαν όσοι αποχώρησαν στο παρελθόν από τους Active Member; Ποιοι ήταν οι λόγοι; Και γιατί πιστεύεις ότι οι δικές τους μετέπειτα προσπάθειες δεν έχουν την ανάλογη επιτυχία που έχουν οι Active Member μέχρι σήμερα;

«Τους λόγους βασικά τους ξέρουν εκείνοι. Τώρα το τι μου είπαν εμένα σαν δικαιολογία δεν χρειάζεται να το πούμε εδώ. Σημασία έχει ότι ο καθένας με την πορεία του αποδεικνύει το αν ξέφυγε από το μονοπάτι του. Το αρχικό μονοπάτι του.
Τώρα εμένα η λογική μου δεν επιτρέπει, παρόλο που είμαι υπερβατικό άτομο, λοξοδρομήσεις τόσο μεγάλες. Εκείνοι μάλλον μέσα τους το είχαν, το κάνανε, κάποιοι το πλήρωσαν, σε κάποιους μπορεί να βγήκε, να περνάνε καλά…

Ξέρεις, δεν με αφορά. Εφόσον έχουν φύγει από τα πράγματα τα δικά μας, είναι σαν να μην τους γνώρισα ποτέ πραγματικά».

Τα πράγματα στην Ελλάδα γενικότερα, πάνε από το κακό στο χειρότερο. Ποια θα ήταν η γνώμη σας για έναν νέο άνθρωπο ο οποίος σκέφτεται να ψάξει την τύχη του στο εξωτερικό;

«Σήμερα θα ξεκινήσω με ένα κομμάτι καινούργιο που τελειώνει λέγοντας ότι «εμείς θα κάτσουμε εδώ και θα γελάμε […] θα την περάσουμε μαζί τη νυχτιά, στων βουβών την εσχατιά». Δεν είμαι από αυτούς που «λακίζουν» στα δύσκολα, αν και έχω τη δυνατότητα, έχω ανθρώπους δηλαδή έξω, φίλους, που θα μπορούσα να κάνω και πράγματα εκεί. Ειδικά η Γιολάντα θα μπορούσε να κάνει πάρα πολλά πράγματα έξω από εδώ, μάλλον πολύ περισσότερα απ’ αυτά που κάνει εδώ.

Το παιδί μας ξέρω ότι δεν είναι ο καταλληλότερος τόπος για να μεγαλώσει, αλλά επειδή εγώ είμαι και πρόσφυγας μέχρι τώρα δεν έχω νιώσει την ανάγκη του εξωτερικού. Ότι θα ήθελα κάπου αλλού και όχι στην Αθήνα, δηλαδή κανένα χωριουδάκι παραέξω να πάμε εκεί και να αράξουμε, αυτό ναι. Αλλά να πάω τώρα που;

Έχω φίλους που μου διηγούνται πράγματα από τα έξω και μπορεί να φαίνονται άνετα, αλλά έχουν άλλα πράγματα που εμείς εδώ τουλάχιστον δεν θα τα χάσουμε ποτέ. Άρα το να προτείνω εγώ κάτι, ξέρεις είμαι και ο τελευταίος άνθρωπος που θα το έκανε.

Εξάλλου, εμένα σε αυτό το μέρος με πετάξαν, όπως και τους παππούδες μου. Δεν επιλέξαμε να μεγαλώσουμε σε αυτό το μέρος… Μεγάλωσα φωνάζοντας με οι άλλοι τουρκόσπορο…και το συνήθισα… Και φαντάσου τώρα ότι δεν μου καίγεται και πολύ καρφί αν σε άλλες μέρες θα είναι πιο καλά. Εδώ με πετάξανε.

Τώρα αν χρειαστεί κάποτε να φύγω θα πάει να πει ότι κάπου αλλού με καταλαβαίνουν. Εμείς έχουμε ωστόσο και το τραγικό αυτό που λέγαμε πριν με τη γλώσσα, που αυτό που κάνουμε δυστυχώς δεν μπορούνε να το καταλάβουν και αλλού και έτσι, πρέπει να κάτσουμε μαζί και να το μοιραστούμε.

Δηλαδή δεν μπορώ να γράφω για έναν Άγγλο π.χ.».

Γιολάντα, είσαι μητέρα, σύζυγος, στιχουργός, τραγουδίστρια, συγγραφέας και τόσες άλλες καθημερινές ιδιότητες. Πως τα καταφέρνεις, αν τα καταφέρνεις, όλα αυτά μαζί;

«Πασχίζω να τα καταφέρω. Νιώθω ότι είμαι στη μέση σε όλα. Κάτι πάντα μένει έξω, κάτι πάντα δεν προλαβαίνει να γίνει σωστά. Απλά σε αυτή τη φάση προσπαθώ να βάλω προτεραιότητες.

Και βασική μου προτεραιότητα για να μην πω η μόνη, είναι η οικογένεια μου, η Μάγια και ο Μιχάλης. Και από εκεί και πέρα όλα τα άλλα. Όταν μεγαλώνεις ένα παιδί, πρέπει να μπούνε όλα τα άλλα λίγο πιο πέρα».

Μιχάλης: «Δεν μεγαλώνει μόνο ένα παιδί, μεγαλώνει και εμένα και το σκύλο μας τη Ρούμπα, τρία παιδιά έχει (γέλια)!

Γιολάντα: «Ναι, μια μάχη με το χρόνο δίνω κάθε μέρα».

Έχετε καταφέρει κάτι δικό σας, χωρίς την ύπαρξη χορηγών και αφεντικών. Πόσο εύκολο είναι να καταφέρει κάποιος κάτι τέτοιο σήμερα; Και πόσο εύκολα ή δύσκολα το καταφέρατε εσείς;

Μιχάλης: «Εμάς ήταν ο τρόπος μας από παλιά αυτός. Από την αρχή. Απλά τα τελευταία χρόνια το φωνάζουμε γιατί έχει παραγίνει η ιστορία. Γιατί πρέπει τουλάχιστον κάποια παιδιά να ξέρουν ότι υπάρχει και άλλος τρόπος να κάνεις τα πράγματα. Δεν είναι ανάγκη να τα κάνουν όλα όλοι με τον ίδιο τρόπο.

Κάποιοι αντέχουν το τίμημα, όπως εμείς και δεν ανέχονται κάποια πράγματα στην ηθική τους και κάποιοι είναι πιο ευέλικτοι και φοβούνται το τίμημα.

Εμείς αυτό το είδος του τιμήματος δεν το μετράμε.

Γιολάντα: «Για εμάς είναι και λίγο αυτονόητο αυτό. Θυμάμαι όταν ο Μιχάλης μου είπε να κάνουμε το «No sponsors movement», δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί χρειάζεται να το δηλώσουμε αυτό το πράγμα. Χρειάζεται να δηλώνεις το αυτονόητο δηλαδή.

Κάπου το 2003 ήταν που το δηλώσαμε δηλαδή. Για εμάς ήταν αυτονόητο να γίνουν έτσι τα πράγματα, χωρίς κανέναν στο κεφάλι σου».

Το θέμα είναι πώς μπορείς να τα καταφέρεις, χωρίς κανέναν πάνω από το κεφάλι σου…

Μιχάλης: «Όχι μπορείς. Μπορείς. Κάποιοι μπορούν ακόμα πιο μαζεμένα από εμάς. Τα πάντα μπορείς να κάνεις. Δεν υπάρχει σωστός και λάθος τρόπος σε αυτή την ιστορία, απλά εμάς είναι ο τρόπος μας. Δεν έχω να τον προτείνω σε όλους. Απλά ο καθένας κρίνει και έχει τα παραδείγματά του».

Αν υποθέσουμε πως ο κόσμος κάποια στιγμή, σταματήσει να σας στηρίζει τι θα κάνετε για να ζήσετε; Γιατί έχετε πει ότι η κύρια πηγή εσόδων σας είναι οι συναυλίες. Αν λοιπόν κάποια στιγμή ο κόσμος δεν συνεχίσει, τι θα κάνετε;

Μιχάλης: «Θα πρέπει να σταματήσουμε».

Γιολάντα: «Πάντα βρίσκεις τρόπους».

Μιχάλης: «Εγώ ξέρω να κάνω και άλλα πράγματα, η Γιολάντα κάνει ήδη και άλλα, εγώ θα πρέπει να πάω να τα θυμηθώ λιγάκι».

Ναι, απλά δεν μπορούμε να φανταστούμε το Μιχάλη ιδιοκτήτη εστιατορίου όπως τότε…

Μιχάλης: «Τι λες τώρα, γιατί όχι; Ξέρεις πόσο θα ήθελα να μπορούσα τώρα να είχα ένα μικρό ταβερνάκι και να μαγειρεύω μόνος μου, απλά δεν γίνεται».

Γιολάντα: «Ναι μου το λέει καμιά φορά και αυτό. Ξέρεις να κάνουμε αυτό, να κάνουμε και εκείνο. Και του λέω όχι άσε, θα το αναλάβω και εγώ αυτό (γέλια)!

Μιχάλης: «Δεν θα μπορώ να το στηρίξω, γι’ αυτό δεν το κάνω. Αλλά κοίτα, «όλα τελειώνουν και όλα περνάνε», όπως έλεγε και ο Βάρναλης. «Ιδέες βασίλισσες κακογερνάνε», απλά εγώ δεν ανησυχώ γιατί η ιδέα η δικιά μας δεν είναι βασίλισσα και άρα έχουμε δρόμο ακόμα και στη συνεννόηση με τον κόσμο…

Αυτό που μπορεί να χρειαστεί είναι να στριμωχτούμε όλοι λίγο. Λίγο ο κόσμος, λίγο εμείς με πιο φτηνά εισιτήρια, πιο μαζεμένα πράγματα. Αλλά η επαφή δεν δείχνει μέχρι τώρα ότι χρειάζεται να κοπεί. Ίσα - ίσα, το αντίθετο. Όσο περνάν τα χρόνια, τόσο πιο έντονη γίνεται η σχέση με τον κόσμο.

Είστε μαζί πολλά χρόνια. Έχετε νιώσει τη φθορά του χρόνου να αγγίζει τη σχέση σας; Κάθε μέρα μαζί. Σπίτι, συναυλίες, κάνετε πράγματα μαζί… Δε βαριέστε ο ένας τον άλλο;

Μιχάλης: «Φρόντισε η ζωή να μη βαριόμαστε».

Γιολάντα: «Αφού τώρα τον βλέπω, στη συναυλία».

Μιχάλης: «Δεν είμαστε και μια νορμάλ οικογένεια με στάνταρ ωράρια. Εγώ βρίσκομαι πολύ περισσότερο από τη Γιολάντα πια στο δρόμο και για τα άλλα πράγματα που κάνουμε και η Γιολάντα υποχρεωτικά βρίσκεται περισσότερο στο σπίτι με το μωρό, λόγω ανικανότητας δικής μου για κάποια πράγματα αλλά ψάχνουμε να βρούμε χρόνο και για εμάς.

Φαντάσου ότι είμαστε μαζί 15 χρόνια, αλλά η Μάγια είναι μόνο 2 χρονών και είμαστε παντρεμένοι τα τελευταία 3 χρόνια».

Μιχάλη μπορείς να μας πεις ένα αρνητικό και ένα θετικό στοιχείο της Γιολάντας; Και αντίστοιχα η Γιολάντα για εσένα;

«Η Γιολάντα μπορεί να σου μιλάει ώρες για τα αρνητικά μου, που τα έχει και φρέσκα (γέλια και από τους δύο).

Καταλαβαίνεις ότι δεν μπορώ να σου περιγράψω πράγματα από τη μαγεία αυτής της σχέσης… Δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Εγώ θα ήθελα να μπορούν όλοι στη ζωή τους να ζήσουν κάποια στιγμή μια τέτοια σχέση. Αυτό θα ήθελα να σου πω γιατί ένα πράγμα αρνητικό και θετικό δεν γίνεται. Μόνο δηλαδή ένα αρνητικό και ειδικά μόνο ένα θετικό, θα αδικούσα τα πάντα».

Γιολάντα, τελικά πιστεύεις ότι με τη Μάγια, έχεις φτάσει στην άκρη του ονείρου;

«Όχι, σίγουρα όχι. Εδώ κάθε μέρα γίνονται πράγματα και θάματα. Κάθε μέρα πάει λίγο παραπέρα το όνειρο, προχωράει».

Θα σκεφτόσασταν ποτέ να αφήσετε τον Πειραιά και το Πέραμα, για κάποια άλλη πιο «σικ» περιοχή; Εκάλη, Κολωνάκι κτλ.;

Μιχάλης: «Όχι! Τώρα να φύγεις από το Πέραμα και να πας σε κάποιο άλλο μέρος της Αθήνας όχι. Αλλά για χωριό, για θάλασσα, για ησυχία, εγώ θα το έκανα εύκολα και φαντάζομαι και η Γιολάντα».

Γιολάντα: «Εγώ θα το έκανα ακόμη πιο εύκολα, φοβάμαι για το Μιχάλη να σου πω την αλήθεια. Εγώ έφευγα πάρα πολύ εύκολα».

Μιχάλης: «Η Γιολάντα έχει ένα σπιτάκι σε ένα μέρος που πάμε και είχαμε αποφασίσει να μένουμε εκεί, αλλά δεν μας τα έφερε καλά. Ο τραυματισμός ο δικός μου (σ.σ. ο Μιχάλης είχε χτυπήσει στο πόδι και είχε αναγκαστεί να μείνει στο κρεβάτι για μεγάλο χρονικό διάστημα) και άλλα πράγματα δεν μπορέσαμε να πάμε.
Πιστεύω να μπορέσουμε κάποτε να πάμε να μείνουμε εκεί μόνιμα».

Γιολάντα: «Εγώ έχω να σου πω ότι επειδή οι ρίζες του Μιχάλη είναι στο Πέραμα και κάθε φορά που μου λέει να πάμε κάπου να μείνουμε μόνοι μας, γιατί το Πέραμα δεν είναι μέρος να μεγαλώσει το παιδί μας και όλα αυτά, δεν διαφωνώ, απλά φοβάμαι πάρα πολύ για το Μιχάλη, ότι δεν μπορεί να αποκοπεί από το Πέραμα και γι’ αυτό το λόγο είμαι πάντα αυτή που τον σταματάω, ενώ το θέλω πάρα πολύ.

Μιχάλης: «Αν έχεις ακούσει το κομμάτι «Μεγάλη αντίφαση» (στο δίσκο «Απ’ της φτιάξης μας τα λάθια» ), είναι αυτή ακριβώς η ιστορία. Το πώς γίνεται ένα μέρος που το λατρεύεις να μην μπορείς να ζήσεις πια εκεί».

Μιχάλη, μιλάς καιρό τώρα για μια πρεμιέρα. Αναβάλλεται, έρχεται, δεν θα έρθει ποτέ; Και βάση όσων λέγαμε πριν περί κρίσης, όλα αυτά, ωθούν τον κόσμο σε μια αντίδραση, παρ’ όλα αυτά δεν τη βλέπουμε αυτή την αντίδραση…

«Κοίτα, η πρεμιέρα που ονειρεύομαι εγώ να είμαι εκεί για το έργο που θα παιχτεί, δεν έχει τόσο μεγάλη σχέση με την κρίση. Γιατί θα θυμάσαι από πότε το λέω.

Εγώ αυτό που περιμένω είναι να φτάσουμε σε εκείνο το σημείο που θα μας ξαναφτάνουν τα λίγα, θα ονειρευόμαστε τα καλά, θα παλεύουμε γι’ αυτά και δεν θα υπάρχουν τόσα πολλά λαμόγια σ’ αυτό τον τόπο. Δηλαδή, δεν αντέχω άλλο αυτή την ιστορία.

Άρα φαντάζομαι ότι αν έχω καλή γνώση των καιρών, δεν είμαστε μακριά από το έργο.

Και ξέρεις, πριν το έργο, όταν ο αγρότης θέλει να ξαναφυτέψει κάτι, βάζει φωτιά στο χωράφι και το καίει…Πρώτα θα περάσει η φωτιά και μετά εμείς».

Γιολάντα, μπορείς να μας πεις πως έγινε η γνωριμία σου με τους Active Member και πως η προσωπική σου γνωριμία με το Μιχάλη; Για να σε γυρίσω και εσένα λίγο πίσω…

«Κάπου το 1994 πρέπει να ήταν όταν πρωτοείδα το Μιχάλη, ωστόσο τον άκουγα μέσα από τους δίσκους που έβαζε ο αδελφός μου και τη λατρεία - πόρωση που είχε τότε με το Μιχάλη, πιτσιρικάς και αυτός.

Ο αδελφός μου, συμμετείχε σε ένα σχήμα που είχαν τότε οι Active Member και μέσα από αυτό τον γνώρισα. Πήγα σε κάποια συναυλία, άκουσα το «Στην ώρα των σκιών», δεν είχα σχέση με το hip hop μέχρι τότε, και ακούγοντας το, συγκλονίστηκα με την αμεσότητα του…Από τότε, κόλλησα.

Έγινε το ένα τραγούδι το «Σαν δάκρυα», ήμουν 18 περίπου τότε, οπότε όλα έγιναν παράλληλα και η σχολή μου και η σχέση μου με το Μιχάλη και… ήταν όμορφες μέρες, πολύ όμορφες μέρες τότε».

Υπάρχουν πράγματα για τα οποία να έχετε μετανιώσει είτε στην καριέρα σας είτε στη ζωή σας;

Μιχάλης: «Σίγουρα υπάρχουν. Υπάρχουν πράγματα που έχουμε μετανιώσει που δεν τα χειριστήκαμε ή δεν διαχειριστήκαμε καλύτερα».

Γιολάντα: «Εγώ μετανιώνω που δεν δίνουμε πολύ χρόνο στον εαυτό μας να ακούσουμε αυτά που φτιάχνουμε, να διαβάσουμε αυτά που γράφουμε… Καμιά φορά διαβάζω στίχους παλιούς και λέω ποιος το έχει γράψει αυτό; Σαν να ήταν κάποιος άλλος εκεί.

Αλλά τελικά ίσως να μην γινόταν και αλλιώς. Δηλαδή μετανιώνω και δεν μετανιώνω. Δεν ξέρω να σου πω κάποιον άλλο τρόπο να γινόταν όλο αυτό».

Πότε να περιμένουμε τη Μάγια στη σκηνή;

(Γέλια και από τους δύο)

Γιολάντα: «Αν ρωτάς τον πατέρα της σύντομα! Αν ρωτάς εμένα, στα 25, 26»!

Μιχάλης: «Ότι είναι να συμβεί, θα συμβεί».

Γιολάντα: «Εγώ θέλω να είναι ευτυχισμένη».

Μιχάλης: «Εξάλλου η σκηνή δεν είναι μόνο αυτό που φαντάζεσαι. Αν ανέβεις στη σκηνή και δεν είσαι έτοιμος, ο ανηφοροκατήφορος είναι βαρύς. Θέλει να είσαι έτοιμος. Μην κοιτάς πως έχουμε συνηθίσει σε αυτή τη χώρα. Θέλει να είσαι έτοιμος. Και όταν θα φύγεις από τη σκηνή πάλι πρέπει να είσαι έτοιμος. Γιατί μετά δύσκολα ζεις χωρίς τη σκηνή».

Ποιο είναι το συναίσθημα σας όταν έχετε μπροστά σας ένα λευκό χαρτί;

Μιχάλης: «Το λευκό χαρτί θα σου πει η Γιολάντα γιατί εγώ γράφω σε μαύρο πάντα, με ασημένιους μαρκαδόρους. Είναι το βίτσιο μου εδώ και χρόνια».

Δηλαδή σε χαρτί γράφετε; Όχι σε Η/Υ;

Μιχάλης: «Σε χαρτί, δεν γίνεται αλλιώς».

Γιολάντα: «Τα παραμύθια γράφω στον Η/Υ. Στίχους μόνο σε χαρτί, δεν μπορώ αλλιώς».


*Θέλω να ευχαριστήσω το Μιχάλη και τη Γιολάντα για το χρόνο που μου διέθεσαν. Κυρίως όμως τους ευχαριστώ για όσα μου έχουν δώσει όλα αυτά τα χρόνια, για την απλότητα, την αμεσότητα και την ειλικρίνεια τους. Δύο εκπληκτικοί άνθρωποι που μπορείς να συζητάς μαζί τους για ώρες. Σας ευχαριστώ…

«…Ταραχή θα πέσει στον Άδη και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ηλίου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση…»


Άξιον εστί – Προφητικόν (Οδ. Ελύτης) 

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Βόλτα στο δάσος

Χτες το βράδυ βγήκα για το συνηθισμένο νυχτερινό μου περίπατο στο δάσος. Η φύση οργίαζε και ο γεμάτος αστέρια ουρανός μαζί με το ασημένιο φεγγάρι μου έδειχναν το δρόμο. Ένα ελαφρύ αεράκι φυσούσε χαϊδεύοντας το πρόσωπο μου. Η γλύκα της νύχτας πότιζε την ψυχή μου και μια ευδαιμονία με κατέκλυζε. Ξαφνικά μια κουκουβάγια άρχισε το τραγούδι της. Περίεργος καθώς είμαι αποφάσισα να κινηθώ προς το μέρος της. Μάταια όμως γιατί φτάνοντας στην πηγή του ήχου διαπίστωσα πως η κουκουβάγια είχε πετάξει γι' άλλο δέντρο. Ξαφνικά τότε παρατήρησα ένα πηγάδι, ένα πηγάδι το οποίο δεν είχα ξαναδεί σε καμιά από τις νυχτερινές μου βόλτες στο δάσος. Φαινόταν παλιό και αρκετά βαθύ. Αυτό όμως που μου κίνησε περισσότερο το ενδιαφέρον ήταν ένα αμυδρό φως που ερχόταν από τον πάτο του.

Μια ακατανίκητη ορμή με έσπρωχνε να κατέβω στον πυθμένα του πηγαδιού. Ψάχνοντας κάποιο τρόπο συνειδητοποίησα πως ακριβώς αριστερά μου, σε ένα ψηλό κυπαρίσσι, ήταν τυλιγμένο ένα σκοινί. Χωρίς δεύτερη σκέψη και ωθούμενος από μια μανιακή θα έλεγα επιμονή να κατέβω στον πυθμένα του πηγαδιού, έλυσα το σκοινί, το έδεσα γύρω από το δέντρο σφιχτά και άρχισα να κατεβαίνω στο πηγάδι. Όσο πλησίαζα προς τον πυθμένα το φως δυνάμωνε. Όταν έφτασα και  ακούμπησα τα πόδια μου στον ξεραμένο πάτο ένιωσα να καίγομαι.

Ευθύς αμέσως παρατήρησα το χώρο γύρω μου. Και αυτό που συνέβαινε ήταν κάτι το απίστευτο. Δεν υπήρχε φωτιά, δεν υπήρχε ρεύμα, δεν υπήρχε γενικά καμία πηγή φωτός και όμως στο σημείο που βρισκόμουν, αρκετά μέτρα κάτω από τη γη, έμοιαζε σαν να είναι μέρα. Τότε κοίταξα τα τοιχώματα του πηγαδιού. Είχαν πάνω τους ζωγραφισμένες αγιογραφίες, με θέματα όπως η σταύρωση και ο άγιος Γεώργιος που σκοτώνει το δράκο. Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα εκεί θαυμάζοντας και απορώντας συνάμα. Αυτό που ξέρω είναι πως από τον ουρανό ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή: "Τζακ! Τζακ! που είσαι;"

Χωρίς να με λένε Τζακ -αυτό το όνομα συνήθως δίνουν στα σκυλιά- ένιωσα ότι το κάλεσμα απευθυνόταν σε εμένα. Πιάστηκα λοιπόν από το σκοινί και άρχισα να σκαρφαλώνω προς την επιφάνεια της γης. Όταν έφτασα επιτέλους ήμουν πάλι μόνος μου, εγώ το δάσος και οι ήχοι του. Τότε όμως -σχετικά κοντά μου- ξανάκουσα τη γλυκιά γυναικεία φωνή: "Τζακ! Τζακ! που είσαι;"

Πρέπει να ομολογήσω πως περισσότερο και από το μυστηριώδες φως στον πάτο του πηγαδιού, αυτή η φωνή με είλκυε σαν κάτι το μαγικό. Αμέσως ακολούθησα τον ήχο και βρέθηκα μπροστά σε ένα απίστευτο φαινόμενο. Η κουκουβάγια που τραγουδούσε πριν κατέβω στο πηγάδι, βρισκόταν μπροστά μου και με ανείπωτη χαρά στα μάτια της με πλησίαζε με ανοιγμένα τα φτερά της. Το πτηνό επίσης είχε διαστάσεις ανθρώπου και εγώ για κάποιο ανεξήγητο λόγο αισθανόμουν πολύ μικρός μπροστά του.

Και τότε συνέβη αυτό που μέχρι σήμερα δεν έχω διαλευκάνει στο μυαλό μου.

Η κουκουβάγια μου μίλησε - ναι σε εμένα απευθυνόταν χωρίς αμφιβολία- με φωνή ανθρώπου! "Τζακ που είσαι; Σε ψάχνω όλη νύχτα!" ήταν τα λόγια της, σφίγγοντας με παράλληλα στη φτερωτή αγκαλιά της. Εγώ από την πλευρά μου με ιδιαίτερη πρέπει να πω χαρά, άρχισα να γλύφω το χνουδωτό πρόσωπο της και προς μεγάλη μου έκπληξη να γαβγίζω δυνατά γεμάτος χαρά. Τότε συνειδητοποίησα αυτό που ακόμα με προβληματίζει: Η κουκουβάγια είχε γίνει  αφεντικό  και -αν είναι ποτέ δυνατόν- εγώ ήμουν  σκύλος!

Τετάρτη, 23 Απριλίου 2014

Ανοιξιάτικη νύχτα

"Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια"
Διονύσιος Σολωμός

Ανοιξιάτικος ετούτη τη φορά ο οργασμός της φύσης, όμως παντού θ' αναγνωρίσεις τ' αχνάρι του ανθρώπου. Δεν ειν' αλαφροπάτητο το ζώο αυτό της γης και όπου κι αν σταθεί το χώρο θα ορίσει. Κι εγώ που στάθηκα εδώ λίγη ηρεμία ζήτησα, απλά για να ησυχάσω, όμως τ' αταίριαστα τα μέσα μου δε λέω να συντεριάξω.

Ποιος είμαι 'γω; Ποιος είσαι εσύ; 
και όλα τα ζητάμε;
όμως στη γη όλοι οι θνητοί
γι' αθανασία παρακαλάμε.

Άνθισε η φύση και τα πουλιά κελαηδούν και όλα όσα γύρω μας βρίσκονται γιορτάζουν. Γαλήνια χαϊδεύει ο αέρας τα πρόσωπα μας. Μια έκφραση κι ένα πρόσωπο αγαπημένο, νοσταλγικά μας γνέφει από τους παλιούς καιρούς.Κι όμως να που βρέθηκα σε μέρη αγαπημένα, με άγνωστους περαστικούς να κοιτούν εμένα.

Ξέρω πως δύσκολα θα βρω
την άκρη του λαβυρίνθου
μα όσο μέσα μου κοιτώ
βλέπω σημάδια αβύσσου.

Πάει πάλιωσε ο καιρός κι άνοιξη έχει έρθει. Σε αυτή τη νύχτα την αστραφτερή όλα τα όνειρα και οι ελπίδες μας δείχνουν πραγματικά. Αν το μέλλον τα ορίσει ως τετελεσμένα μονάχα η θάλασσα θα βρει όσα για καιρό ήταν χαμένα. Για δες κι αυτή γαλήνεψε και ησύχασε η ζωή μου κι όσα θέλησα από εδώ, τώρα τα 'χω μαζί μου.

Μα κοίταξε τα χρώματα
μεθυστικά και όμορφα
χιλιάδες τα αρώματα
που βγάζουν στην ψυχή μου.


Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Κατσαρίδες

Γέμισαν οι δρόμοι από κατσαρίδες
που γιγαντώθηκαν και γίναν άνθρωποι θαρρούν
μέσα στο μίσος είναι βουτηγμένες
κι όποιος δεν είναι κατσαρίδα
τον γρονθοκοπούν

Λένε πως ήρθε η αυγή
μα το σκοτάδι προστατεύουν
κι όσο κάθονται ακόμη εκεί
ζωώδη ένστικτα
τις κυριεύουν

Τι θα 'λεγε αν ζούσε ο Σωκράτης;
Κι ο Αριστοτέλης για ποια αρετή να πει;
Σε τούτη εδώ τη γη της σκέψης
οι κατσαρίδες έστησαν γιορτή

Και "Πας μη Έλλην Βάρβαρος"
και "Αίμα και Τιμή"
κάτω απ' την Ακρόπολη
λαμβάνει χώρα η σφαγή

Κατσαρίδες καθώς είναι
-μιμούμενες λιοντάρια-
υψώνουν τις ασπίδες
κρατάνε και κοντάρια

Σ' αδύναμους επάνω
την αναξιοσύνη τους χτυπούν
και με κάθε σκέψη ελεύθερη
αρρωσταίνουν και πονούν

Το αίμα ρυάκι κυλά
και το αυγό γέννησε το φίδι
έχουμε πόλεμο για τα καλά
αν δεν το κατάλαβες ήδη

Της ιστορίας τα σκατά
σου ήρθανε στο πιάτο
το καζανάκι τράβηξε
και στείλε τα στον πάτο

Εκεί απ' όπου έρχονται
που ζούσαν τη ζωή τους
και πρόσεξε! οι κατσαρίδες ειν' ύπουλες
μην πας κι εσύ μαζί τους

Κι ένα μονάχα μάθε
και βάλε το σκοπό
την ίαση ψάξε για να βρεις
κι όχι το φάρμακο

Βάλε λοιπόν φωτιά
και κάψε τη φωλιά τους
να μην γεννήσουν πάλι εδώ
τα βρωμερά αυγά τους

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Εκτός και αν

Τρεμάμενα τα γερασμένα χέρια του, έπιασαν την πένα. Του ζητήθηκε γι ακόμη μια φορά να γράψει για όλα τα βιώματα που πέρασαν από μπροστά του. Η σάρκα του μονάχα ξέρει πως τα άντεξε και πως στην πολυθρύλητη Ιθάκη πάλι κατάφερε να καταλήξει. Καταλήγοντας εκεί έκανε και τον απολογισμό του. Καλό το μεροκάματο μα η δουλειά κράτησε για μια μονάχα μέρα. Αχ και να υπήρχε και δεύτερη, ήταν πάντοτε η σκέψη του. Όμως όχι δυστυχώς, τα πράγματα δεν θ' αλλάξουν εκτός και αν.

Εκτός και αν οι ώρες και τα χρόνια γυρίσουν ανάποδα και αντιστρέψουν τη ροή του χρόνου. Εκτός και αν τα λουλούδια δεν ανθίσουν πια την άνοιξη αλλά το χειμώνα. Πράγματα αδύνατα όπως σκέφτηκε. Να όμως που τώρα, καθισμένος στο παγκάκι της πλατείας αναπολεί και βλέπει τα χιόνια να λιώνουν. Βλέπει το ρυτιδιασμένο κορμί του να χάνεται. Και να μένει μοναχά αυτό που λένε πως είναι η ουσία της ύπαρξης.

Γιατί για χρόνια και καιρούς με αυτό το αν έζησε. Και τώρα που το απάντησε δεν έχει τι άλλο αλήθεια να περιμένει. Περίμενε να έρθουν τα χελιδόνια, κι αυτά δεν άργησαν ούτε μέρα. Περίμενε τη θάλασσα να ησυχάσει κι αυτή έγινε λίμνη αλμυρή. Περίμενε φουστάνια γυναικών να τον τυλίξουν κι αυτά έγιναν θηλιές που τον πνίξαν.

Αν και ο καιρός του όμως πέρασε, τα αμίλητα τα μέσα του ποτέ δεν ησυχάσαν. Γιατί όσο και αν προσπάθησε τα όσα ξαφνικά ζήτησε βρέθηκαν μπροστά του. Αν και όλα όσα θέλησε δεν ήταν όσα είχε το μόνο που κατέληξε είναι πως ο δρόμος του, την αρχή του πάλι βρήκε.

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Όσο εσύ κοιμάσαι

Τ' αστέρια έσκυψαν στη γη και έγιναν όνειρα, παλλόμενα ύδατα σ' αστραφτερές ακρογιαλιές, ποιητικές εκφράσεις του ασυνειδήτου και χαμερπείς άνθρωποι όλων των συνειδήσεων. Ξέρω πως γι' ακόμα μια φορά το λόγο δεν θα βρείς. Το νόημα των λέξεων των ήχων και των μουσικών θα χαθεί εντός σου. Και όμως όσα θα δεις και όσα θα ακούσεις θα γράψουνε στο είναι σου μια ιστορία αλλιώτικη από τις άλλες.

Πάμε λοιπόν σε μέρη αλλιώτικα, σε ιστορίες που ξέχασες και έθαψες στο παρελθόν σου. Ξέρω πως είναι δύσκολο για σένα μα προσπάθησε. Και από την ενδοσκόπηση σου αυτή ψάξε ότι έχεις μέσα σου να κρατήσεις ζωντανό και ώρες και λεπτά και μέρες πάνω σε πολύχρωμα φουστάνια που μοιάζουν με κουρτίνες του ουρανού, σακάτεψε τα. Τα όσα ήδη έμαθες θα πρέπει να ξεχάσεις καθώς εδώ οι φωνές που ακούγονται δεν θα σου εξηγήσουν τίποτα το ιδιαίτερο. Το μόνο στο οποίο θα μπορέσεις να ελπίζεις είναι μια κοινή λογική, κοινή για τους πολλούς, λογική για τους λίγους, γι' αυτά που έψαξες και ποτέ δεν βρήκες, για δρόμους που ακολούθησες χωρίς να στρίψεις πουθενά.

Κι αυτό το πουθενά είναι που θα σε οδηγήσει σε σταλαγματιές ονείρων, σε υπάρξεις άλλων κόσμων που εντός σου υπάρχουν και καραδοκούν στον ύπνο σου για να εμφανιστούν. Γιατί τότε μονάχα ζούνε και τότε μοναχά παλεύουν. Όσο εσύ κοιμάσαι.

Όσο εσύ κοιμάσαι κλώθουν το μέλλον σου και στριφογυρίζουν το παρόν σου, σαν λουλούδια ανθισμένα κάτω από ηλεκτρικές λάμπες. Όσα δεν φαντάζεσαι, όσα λες πως δεν υπάρχουν, τι κρίμα πια για σένα! Δυστυχώς φίλε υπάρχουν. Μα δεν πρέπει να φοβάσαι πια γιατί τώρα όλα τα γνωρίζεις, πως με τα μάτια σου τα σάρκινα τον καιρό σου μοναχά δεν τον ορίζεις.

Υπάρχουν κι άλλα μέσα σου και ζουν αλήθεια όταν κοιμάσαι, χαροπαλεύουν μα δεν πεθαίνουν γιατί χωρίς αυτά τίποτα δεν θα 'σαι.

Ονείρων σκέψεις αλήθεια υπάρχουν; Με ερωτήματα πολλά σε βρίσκει μάλλον και τούτη η βραδιά, ερωτήματα αναπάντητα καθώς και άλλοι τ' αναζήτησαν και κοίταξαν το χάος. Το κοίταξαν κατάματα γι' αυτό και χαθήκαν μα όσοι δεν το τόλμησαν στ' αλήθεια αυτοί δε ζήσαν. Το τίμημα είναι μεγάλο, μπορείς να το αντέξεις; Γιατί αλήθεια όσοι έζησαν έψαξαν και πίσω από τις πιο όμορφες τους σκέψεις. 

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Απόδραση

Αυτό που από μέσα μου βγαίνει
κι είναι το μόνο που μένει
μέσα από χρόνια καταπίεσης
στην ψυχή μου κλεισμένη

Η ελευθερία μου
κι η αμαρτία μου
πως όσα έκανα εγώ
έκρυβαν την ουσία μου

Γιατί στ' αλήθεια δεν ήμουν εγώ
και ποτέ μου δεν το'χα σκοπό
βαθιά κρυμμένα να κρατώ τα συναισθήματα μου
και να σκοτώνω συνεχώς τα θλιμμένα όνειρα μου

Μα τ' αποφάσισα
και μέσα μου άλλαξα
κι είπα στον κόσμο γύρω μου να πάει να γαμηθεί
και στ' όνειρο να ζήσει πριν προλάβει να χαθεί

Γιατί η ουσία μου
και η θυσία μου
είναι να ζήσω όσα είναι τα γραμμένα μου
και ας κρίνουν οι άλλοι μονάχα τα κρυμμένα μου

Μ' αυτοί δεν ξέρουνε
δεν υποφέρουνε
δεν κυνηγήσαν τη μια τους στιγμή
γιατί απλά ήταν πολύ λίγοι και μικροί

Γι' αυτό στ' αρχίδια μου και για τις γνώμες σας
μα πιο πολύ και για τις ψεύτικες συγγνώμες σας,
αυτά που έμαθα δεν τα ξεχνάω
και να ξέρετε κουφάλες πως δεν τα παρατάω

Στην κοινωνία σας θα είμαι παράταιρος
μέχρι ν' ανθίσει ο κόσμος ολάκερος
και η συνέχεια θα είναι άλλη
θα είναι σίγουρα αληθινή, θα είναι πιο μεγάλη

Όσο για τα όνειρα;
Είναι δικά μου!
Και συγχωρούν ακόμη
τα παραστρατήματα μου

Έτσι μονάχος μου θα πορευτώ
χωρίς ν' ακούσω λέξη από κανένα
στον εαυτό μου μοναχά λογοδοτώ
μα πίστεψε με νοιάζομαι το ίδιο και για σένα

Κι όταν ο ήλιος πάλι θα γυρίσει
κι η πλάση ολόκληρη θα έχει αναστηθεί
έν' άλλο όνειρο θα έρθει για να ζήσει
ξεφεύγοντας κι αυτό απ' τη δικιά του φυλακή.

*Ευχαριστώ τον φίλο jorje για την εκπληκτική φωτογραφία. Περισσότερη δουλειά του μπορεί κανείς να βρει στο jorje.org

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Οπτική γωνία

Καθισμένος στο παράθυρο του αεροπλάνου, φεύγοντας από το Παρίσι και επιστρέφοντας στη γενέθλια γη, ανάμεσα σε δεκάδες άλλους αγνώστους αναλογιζόμουν τη ζωή μου. Το πέπλο των συννέφων κάλυπτε την Πόλη του Φωτός και η νύχτα βρισκόταν λίγες ώρες μακριά. Η μουσική που η κυρία του διπλανού καθίσματος άκουγε, έφτανε σαν ηχώ στα αυτιά μου. Άλλη μια υπαρξιακή αναζήτηση με κυρίευσε. Από που έρχομαι και που πηγαίνω στα αλήθεια; Σίγουρα ο τελικός προορισμός δεν είναι η Αθήνα. Τουλάχιστον όχι νοητά.  Σωματικά μπορεί. Όμως όσο ταξιδεύει ο νους, τόσο παραμένεις νέος. Και εμένα δεν ήρθε ακόμα η ώρα μου να γεράσω. Αν όχι όμως στη γενέτειρα τότε που; Ποιος θα διαλέξει τον προορισμό μου; Κάπου εκεί το μάτι μου καρφώθηκε στον χάρτη της διαδρομής μας. Ξεκινώντας με τη μικρογραφία του Παρισιού, ο χάρτης ολοένα και μεγάλωνε δείχνοντας τη Γαλλία, στη συνέχεια την Ευρώπη και τέλος ολάκερη την υδρόγειο. "Μπροστά στο χρόνο είμαστε όλοι πολύ μικροί, μπροστά στο θάνατο είμαστε όλοι τόσο λίγοι"  ήταν οι πρώτες σκέψεις. Στη συνέχεια ξεκαθαρίστηκε μέσα μου η οπτική γωνία των πραγμάτων. Αν για παράδειγμα βρεθείς σε ένα καταπράσινο λιβάδι την άνοιξη και καθίσει πάνω στο χέρι σου μια πασχαλίτσα τότε αντιλαμβάνεσαι το πραγματικό της μέγεθος. Αν η πασχαλίτσα στη συνέχεια πετάξει στην άλλη άκρη του λιβαδιού, πιθανότατα να μην μπορείς καν να την διακρίνεις. Επομένως όλα εξαρτώνται από τη δική μας οπτική γωνία. Από το πως βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε εμείς τα πράγματα. Επειδή όμως πάντα το παρατηρούμενο αντικείμενο δεν είναι ξεχωριστό από τον παρατηρητή αλλά υπάρχει μια αλληλεπίδραση, πρέπει να γνωρίζουμε και που βρισκόμαστε. Κοινώς επειδή η πασχαλίτσα χάθηκε από το οπτικό σου πεδίο, δε σημαίνει πως δεν υπάρχει και στον χώρο γύρω σου. Υπό αυτό το πρίσμα, όλα είναι αλληλένδετα. Και σε αυτό ακριβώς το γεγονός βρίσκεται και όλη η μαγεία. Το που θα βρεθώ αργότερα εξαρτάται κυρίως από εμένα. Κυρίως αλλά και όχι μόνο από εμένα. Γιατί την ίδια στιγμή μπορεί κάποιος άλλος που ταξιδεύει, που κοιμάται, που δουλεύει, να χαράζει το δικό του δρόμο ο οποίος τελικά θα συναντηθεί με τον δικό μου. Και από αυτή τη συνάντηση μπορεί να προκύψει κάτι που κανείς από τους δυο μας δεν θα είχε φανταστεί.
Το αεροπλάνο συνέχισε να πλέει νωχελικά στον ουρανό και η νύχτα είχε ήδη ρίξει το πέπλο της. Με τη συνειδητοποίηση ότι είμαστε πολύ μικροί και συνάμα πολύ μεγάλοι έκλεισα τα μάτια μου. Όταν τα άνοιξα ξανά, βρισκόμουν ήδη στην Αθήνα.

Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Ωμέγα

Στις στιγμές του εφικτού, προσμένω το ανέφικτο. Στις άδειες ώρες του μυαλού καρτερώ την παρουσία σου να γεμίσει τη ζωή μου. Βρίσκομαι πάλι εδώ και περιμένω. Περιμένω να φανείς στους άδειους δρόμους, στα υγρά σοκάκια με τη μυρωδιά της μούχλας να φτάνει στα ρουθούνια μου. Παρατηρώ την σήψη του κόσμου αυτού, την αποσύνθεση του. Ορίζω το μέλλον μου με αόριστους στόχους και σκοπούς. Με φωνάζεις μα δεν σε ακούω. Γυρνάω το κεφάλι και βλέπω ένα κενό, οραματίζομαι το σκοτάδι. Στις σκέψεις αυτές δεν βρίσκω αντίκρυσμα. Ψάχνω συνεχώς σε νέες πολιτείες να βρω τα χνάρια σου, μα όλα αυτά μοιάζουν με κόκκους άμμου μπλεγμένους στα ρούχα μου. Μια πόρνη στη γωνία του δρόμου με καλεί να βρεθώ μαζί της. Το αντίτιμο χαμηλό, το τίμημα υψηλό. Οι κόρνες των αυτοκινήτων δημιουργούν μια συνεχιζόμενη ηχώ μέσα στο κεφάλι μου. Τα φανάρια του δρόμου, όλα κόκκινα και πεζοί δεν υπάρχουν. Σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα και λερωμένα πεζοδρόμια συνθέτουν το σκηνικό του έργου που παίζεται. Η είσοδος στη σκηνή είναι λαμπερή και οι αφίσες στους τοίχους παραμένουν μισοσκισμένες. Κάτω από τη μαρκίζα ονόματα αλλοτινών εποχών διαφημίζονται. Η λάμψη και η δόξα βρίσκεται αλλού πια. Έτσι όπως είχα μάθει δεν μπορώ να προχωρήσω. Πρέπει να συνηθίσω και εγώ και όλοι μας στα νέα δεδομένα. Μικρά ζωύφια σκαρφαλώνουν στο παράθυρο μου. Τα παρατηρώ και αναρωτιέμαι σε ποια μορφή της ζωής να ανήκουν; Διαβάζω προτάσεις και τις απορρίπτω. Βρίσκω λεωφόρους και διαλέγω τα μονοπάτια. Αφού έτσι έμαθα, έτσι μεγάλωσα. Καμβάδες με ολοζώντανα ηλιοτρόπια βρίσκονται μπροστά στα μάτια μου. Και πλέον είναι και ο ήλιος. Αυτός που τόσο καιρό κρυβόταν ξαφνικά με τυφλώνει. Αυτός που τόσο καιρό περίμενα και τώρα δεν τον θέλω. Στο σπίτι το αδειανό η ησυχία γεμίζει το κενό μου. Κάπου στο βάθος του διαδρόμου θα βρίσκεται η πόρτα του παραδείσου. Δεν την ανοίγω ακόμα. Προτιμώ να περιμένω. Και στην αναμονή μου αυτή, θα οραματιστώ κάτι καλύτερο, κάτι νέο, κάτι που θα γεμίζει την ψυχή μου.

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Ορμήνιες

Εδώ μου έλαχε για να βρεθώ, τον ήλιο και τη θάλασσα μου είπαν να ξεχάσω και μέρη και ποτάμια μακρινά στου σύννεφου τη νύχτα να δω και να τ' αλλάξω. Εδώ που μου 'τυχε η μοίρα να με οδηγήσει και το παλιό γραμμόφωνο τη μουσική να παίζει, βρέθηκε η στιγμή που θα ορίσει όσα η ζωή μου μέχρι τώρα αποφεύγει. Εδώ στις βροχερές ημέρες σαν διαβάτης θα σταθώ και πάνω στις πλακόστρωτες πλατείες θα με δεις να τραγουδώ. Εδώ που χέρια υποσχέσεις αλλάξαν και όνειρα δέθηκαν με μια κλωστή, θυμάμαι ξαφνικά όσους με ξεχάσαν και θέλησαν ανταμοιβή. Μα εγώ εδώ που στέκομαι τον καιρό θα ορίσω και σκέψεις, δάκρυα, μουσικές πάλι θα προσδιορίσω. Κι αν οι αμόρφωτοι σηκώσανε κεφάλι και ξαφνικά την είδαν εξουσιαστές, ας μείνουν στη δικιά τους ζάλη και ας μπερδεύουν το αύριο με το χτες. Ποιος είμαι 'γω για να κατέβω από τα σύννεφα στη γη; Ποιος είμαι 'γω να ορμηνεύω όλα τα πως και τα γιατί; Η πένα το ξίφος πάντα θα νικάει όσο κι αν αλλάξουν οι καιροί όπως κι ο ήλιος πάντοτε θα βγαίνει μόνο από την Ανατολή. Κι αν νομίζεις πως είσαι εσύ ο ένας τότε κάθησε καλά,υπήρξαν κι άλλοι πριν από εσένα και ακόμα πιο πολλοί που θα 'ρθουνε μετά. Όσο για μένα μη σε νοιάζει και άσε με μονάχο μου εδώ. Για όλες τις όμορφες στιγμές που θα έρθουν έχω μάθει να καρτερώ. Και θα 'ναι πολλές και θα 'ναι τόσες, όσες οι θάλασσες της γης και όσα αστέρια και να πέσουν όνειρο μου εσύ, δε θα χαθείς.

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2014

Ο τελευταίος κάτοικος

Τα πρώτα λουλούδια άρχισαν να ανθίζουν καθώς η ηλιόλουστη ημέρα φώτιζε την πλάση. Στο μικρό αυτό χωριουδάκι της ελληνικής επαρχίας είχε απομείνει μόνο ένας κάτοικος. Οι χειμώνες που κουβαλούσε στην πλάτη του πρέπει να ξεπέρναγαν τους ογδόντα. Κουρασμένος από την προηγούμενη ημέρα όπου έσκαβε στον μικρό κήπο που είχε στην αυλή του, αποφάσισε να καθίσει και να ξεκουραστεί απολαμβάνοντας γουλιά γουλιά τον καφέ του. Το βλέμμα του πλανήθηκε στην θέα εμπρός του. Το μεγάλο βουνό ξεχώριζε με τον όγκο του και φάνταζε σαν γίγαντας στα θολωμένα του μάτια. Απέναντι του, το ερειπωμένο σπίτι του γείτονα έμενε με την πόρτα ανοιχτή να στέκει εκεί περιμένοντας λες κάποιον επισκέπτη να του δώσει πάλι ζωή. Ο τελευταίος κάτοικος του μικρού αυτού χωριού είχε μια μεγάλη ιστορία πίσω του. Μια ιστορία που κανείς δεν έμαθε ποτέ και ίσως και κανείς να μη μάθει. Ιστορία γεμάτη με πόνο, αλλά και αρκετή χαρά, με πολύ αγάπη αλλά και λίγο μίσος. Ξεκίνησε φτωχός τη ζωή του, κατάφερε αρκετά, γέμισε δόξα και χρήμα και όμως να που τώρα στο βασίλεμα του ήλιου, το μόνο που ζητά δεν είναι τα πλούτη του, δεν είναι τα υλικά αγαθά που κάποτε κατείχε, αλλά να του δώσει το ριζικό του να αντέξει περισσότερο για να μπορεί να απολαμβάνει τις ηλιόλουστες ημέρες και τα λουλούδια που ανθίζουν.  Ό,τι θα ήθελε ποτέ να έχει άνθρωπος το είχε αποκτήσει. Συνάμα όμως είχε χάσει και το σημαντικότερο, αυτό που όλοι αποζητούν αλλά ελάχιστοι καταφέρνουν να έχουν. Το τι είναι αυτό το κάτι, δε μπορώ να σας το πώ. Αυτό θα το βρείτε μόνοι σας. Σημασία έχει ότι από τότε που το έχασε αποφάσισε να αλλάξει και τον τρόπο που ζούσε μέχρι τότε. Χάρισε όλα του τα υπάρχοντα και κράτησε μόνο τα απαραίτητα για να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στη γενέθλια γη. Στο χωριό που έζησε τα παιδικά του χρόνια. Σιγά σιγά όμως οι περισσότεροι κάτοικοι είτε έφυγαν για άλλες πολιτείες, είτε πήραν το δρόμο του μεγάλου ταξιδιού. Και έτσι έμεινε εκείνος ο τελευταίος κάτοικος του χωριού. Να όμως που την προηγούμενη ημέρα, την ώρα που φρόντιζε τον κήπο του, αποφάσισε να κοιμηθεί για λίγο. Και κάπου εκεί, μη μπορώντας να ξεχωρίσει αν ήταν όνειρο ή πραγματικότητα ξαναβρήκε αυτό που ήταν το σημαντικότερο για εκείνον στη ζωή του. Και η καρδιά του χόρεψε από χαρά και η ψυχή του γέμισε ζωντάνια. Και τότε θυμήθηκε τον διάλογο που κάποτε είχε διδαχτεί:

-"Μα σαν κι εσένα άνθρωπος δεν βρέθηκε Αχιλλέα που να ‘ναι τρισμακάριστος κι ούτε ποτέ θα γίνει, αφού όταν ζούσες σαν θεό τιμούσαμ’ οι Αργίτες και τώρα στους νεκρούς νεκρός λαμπρά εξουσιάζεις. Γι’ αυτό Αχιλλέα μην πονάς πως είσαι πεθαμένος".

-"Μη μου παρηγορείς το θάνατο, λαμπρέ Οδυσσέα. Καλύτερα δούλος πάνω στη γη σε αφέντη ακτήμονα μικρής περιουσίας, παρά βασιλιάς σ’ όλους τους αφανισμένους νεκρούς".

Έτσι και εκείνος το μόνο που ζητούσε πια ήταν λίγη ζωή ακόμα. Λίγη ζωή για να μπορεί να ονειρεύεται -ή μήπως δεν ήταν όνειρο; - το νόημα της ζωής του. Ένας αναστεναγμός βγήκε από μέσα του και τα μάτια του βούρκωσαν. Μετακινήθηκε λίγο πιο δίπλα ώστε να λιάζεται καλύτερα στον ήλιο και συνέχισε να ρουφάει με αργές γουλιές τον καφέ του.

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Στέκεσαι

Σκέφτεσαι και γυρνάς αποκοιμισμένος, σε ένα όνειρο που είσαι και εσύ χαμένος, γενετικά μεταλαγμένος, στημένος, χαρούμενος μαζί και θυμωμένος. Στέκεσαι και τ' όνειρο σου σβήνει και βρίσκεσαι να παλεύεις μέσα σου για λίγη γαλήνη, για λίγο φως που τη μιζέρια θα σβήσει και για εκείνο το τραγούδι που είχες κάποτε το ρυθμό του σφυρίξει. Στέκεσαι και είσαι ακίνητος φορώντας ασημένια πανοπλία και όνειρο απατηλό κάνεις να μοιάζει με κηδεία. Ατενίζεις το μέλλον, σάπιους ήχους ακούς και συνεχίζεις να πιστεύεις σε μικρούς διονύσιους θεούς. Στέκεσαι καμπουριασμένος, να υψώσεις ανάστημα διστάζεις, χρυσοφορεμένος και μαυροντυμένος τ'όνομα που σου είπαν συνεχίζεις να φωνάζεις. Μικρά σοκάκια γραφικά, λιθόστρωτα, μουχλιασμένα, ταξίδι φέρνουν σ' άλλες εποχές τα γνώριμα, τα ξένα. Λουλούδια ολάνθιστα και ζουμεροί καρποί, από το δέντρο τους φωνάζουν το νέκταρ τους για να γευθείς. Βρίσκεσαι ξάφνου αποκομμένος, ένας ντόπιος και ένας ξένος, με όρεξη μεγάλη για παιχνίδια κουρασμένος συνεχώς από τα ίδια και τα ίδια. Και χαμογελάς μα λυπημένο έχεις το βλέμμα καθώς γνωρίζεις ξαφνικά πως ίσως τ' όνειρο να είναι ψέμα. Δέχεσαι την κριτική χωρίς να το καταλαβαίνεις, μα από εκεί που δε γνωρίζουν τι άλλο έχεις να προσμένεις; Στέκεσαι λοιπόν και θες να ξεκινήσεις μα το δρόμο σου για να 'βρεις πρέπει πρώτα να τον ορίσεις. Και η εξ ορισμού βλακεία θα ήταν ασυγχώρητη, αν η δικιά σου αμαρτία δεν παρέμενε αμετανόητη. Στέκεσαι και σκέφτεσαι αποκοιμισμένος και το όνειρο σου σβήνει. Ατενίζεις το μέλλον με λυπημένο βλέμμα και σκέφτεσαι ξανά πως το δρόμο σου πρέπει πρώτα να ορίσεις.

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Ερωτήματα

Τα φώτα άγνωστων πόλεων σε ταξιδεύουν στο κοντινό παρελθόν σου. Ποτάμια που κυλούν ήρεμα, νωχελικά, τραβούν την σκέψη σου σε άλλους τόπους γνώριμους. Μικρά νησιά που πέρασες κομμάτια της ψυχής σου και αντρώθηκες ξαφνικά μέσα σε λίγα λεπτά. Τα λάθη πολλά και μετρημένα ένα ένα. Καρφωμένα στον τοίχο του μυαλού, ταξιδεμένα, χιλιοπαιγμένα στην οθόνη της ζωής σου. Τώρα που όλα πια τελειώσαν αναρωτιέσαι αν είναι αργά. Αναρωτιέσαι ποιο το λάθος και ποιο το σωστό. Η βροχή πάλι πέφτει, χωρίς σταματημό και ας προσμένεις το καλοκαίρι που δειλοπροβάλλει στις μέρες τις καλές. Λαβύρινθος οι σκέψεις του μυαλού και διάδρομο να περάσεις δεν έχουν. Πρέπει να βρεις την άκρη, όμως η Αριάδνη δεν υπάρχει εδώ, ούτε και ο μίτος της. Το μέρος που θ' αράξεις τα κομμάτια που αποτελούν το είναι σου ακόμα δεν έχεις βρει. Και ο πανδαμάτορας χρόνος ανηφορίζει το βουνό. Σιγά σιγά θα βρεθείς στην άλλη πλευρά, στη μεριά που είναι η κατηφόρα και τότε πρέπει να έχεις προνοήσει, να μην κατρακυλήσεις ξαφνικά στην αρχή. Ακόμα δεν άγγιξες την κορυφή σου λες και ξαναλές, είναι όμως αυτή η αλήθεια; Ποιος μπορεί να το γνωρίζει και ποιος αλήθεια τη μοίρα σου ορίζει; Είσαι εσύ ή κάποιος άλλος αυτός που διαλέγει για εσένα; Είναι όλα όσα έκανες επιλογές σου ή μήπως κάποιος έχει υφάνει καλά ένα δρόμο για εσένα; Θα μάθεις άραγε ποτέ ή όχι; Χιλιάδες ερωτήματα κλωθογυρνούν και απάντηση δεν έχουν. Το μόνο σίγουρο πως αύριο πάλι μια νέα μέρα ξημερώνει μια μέρα που πάλι δεν ξέρεις τι θα φέρει, πού θα σε οδηγήσει και αν τελικά θα είναι αυτή που θα σε κατευθύνει στην κορυφή του βουνού σου, στην άκρη του δρόμου σου. Μέχρι τότε θ' αναρωτιέσαι αν τα ταξίδια σου, περιπλανώμενε Οδυσσέα, θα καταλήξουν κάπου ή αν όλα τελικά, όπως σοφά έγραψε ο μεγάλος Αλεξανδρινός, γίνονταν για το ταξίδι. Όπως και να έχει κερδισμένος θα 'σαι. Είτε την άκρη σου θα βρεις, τον προορισμό σου, είτε θα έχεις βιώσει το ταξίδι.