Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Στέκεσαι

Σκέφτεσαι και γυρνάς αποκοιμισμένος, σε ένα όνειρο που είσαι και εσύ χαμένος, γενετικά μεταλαγμένος, στημένος, χαρούμενος μαζί και θυμωμένος. Στέκεσαι και τ' όνειρο σου σβήνει και βρίσκεσαι να παλεύεις μέσα σου για λίγη γαλήνη, για λίγο φως που τη μιζέρια θα σβήσει και για εκείνο το τραγούδι που είχες κάποτε το ρυθμό του σφυρίξει. Στέκεσαι και είσαι ακίνητος φορώντας ασημένια πανοπλία και όνειρο απατηλό κάνεις να μοιάζει με κηδεία. Ατενίζεις το μέλλον, σάπιους ήχους ακούς και συνεχίζεις να πιστεύεις σε μικρούς διονύσιους θεούς. Στέκεσαι καμπουριασμένος, να υψώσεις ανάστημα διστάζεις, χρυσοφορεμένος και μαυροντυμένος τ'όνομα που σου είπαν συνεχίζεις να φωνάζεις. Μικρά σοκάκια γραφικά, λιθόστρωτα, μουχλιασμένα, ταξίδι φέρνουν σ' άλλες εποχές τα γνώριμα, τα ξένα. Λουλούδια ολάνθιστα και ζουμεροί καρποί, από το δέντρο τους φωνάζουν το νέκταρ τους για να γευθείς. Βρίσκεσαι ξάφνου αποκομμένος, ένας ντόπιος και ένας ξένος, με όρεξη μεγάλη για παιχνίδια κουρασμένος συνεχώς από τα ίδια και τα ίδια. Και χαμογελάς μα λυπημένο έχεις το βλέμμα καθώς γνωρίζεις ξαφνικά πως ίσως τ' όνειρο να είναι ψέμα. Δέχεσαι την κριτική χωρίς να το καταλαβαίνεις, μα από εκεί που δε γνωρίζουν τι άλλο έχεις να προσμένεις; Στέκεσαι λοιπόν και θες να ξεκινήσεις μα το δρόμο σου για να 'βρεις πρέπει πρώτα να τον ορίσεις. Και η εξ ορισμού βλακεία θα ήταν ασυγχώρητη, αν η δικιά σου αμαρτία δεν παρέμενε αμετανόητη. Στέκεσαι και σκέφτεσαι αποκοιμισμένος και το όνειρο σου σβήνει. Ατενίζεις το μέλλον με λυπημένο βλέμμα και σκέφτεσαι ξανά πως το δρόμο σου πρέπει πρώτα να ορίσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου