Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Ωμέγα

Στις στιγμές του εφικτού, προσμένω το ανέφικτο. Στις άδειες ώρες του μυαλού καρτερώ την παρουσία σου να γεμίσει τη ζωή μου. Βρίσκομαι πάλι εδώ και περιμένω. Περιμένω να φανείς στους άδειους δρόμους, στα υγρά σοκάκια με τη μυρωδιά της μούχλας να φτάνει στα ρουθούνια μου. Παρατηρώ την σήψη του κόσμου αυτού, την αποσύνθεση του. Ορίζω το μέλλον μου με αόριστους στόχους και σκοπούς. Με φωνάζεις μα δεν σε ακούω. Γυρνάω το κεφάλι και βλέπω ένα κενό, οραματίζομαι το σκοτάδι. Στις σκέψεις αυτές δεν βρίσκω αντίκρυσμα. Ψάχνω συνεχώς σε νέες πολιτείες να βρω τα χνάρια σου, μα όλα αυτά μοιάζουν με κόκκους άμμου μπλεγμένους στα ρούχα μου. Μια πόρνη στη γωνία του δρόμου με καλεί να βρεθώ μαζί της. Το αντίτιμο χαμηλό, το τίμημα υψηλό. Οι κόρνες των αυτοκινήτων δημιουργούν μια συνεχιζόμενη ηχώ μέσα στο κεφάλι μου. Τα φανάρια του δρόμου, όλα κόκκινα και πεζοί δεν υπάρχουν. Σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα και λερωμένα πεζοδρόμια συνθέτουν το σκηνικό του έργου που παίζεται. Η είσοδος στη σκηνή είναι λαμπερή και οι αφίσες στους τοίχους παραμένουν μισοσκισμένες. Κάτω από τη μαρκίζα ονόματα αλλοτινών εποχών διαφημίζονται. Η λάμψη και η δόξα βρίσκεται αλλού πια. Έτσι όπως είχα μάθει δεν μπορώ να προχωρήσω. Πρέπει να συνηθίσω και εγώ και όλοι μας στα νέα δεδομένα. Μικρά ζωύφια σκαρφαλώνουν στο παράθυρο μου. Τα παρατηρώ και αναρωτιέμαι σε ποια μορφή της ζωής να ανήκουν; Διαβάζω προτάσεις και τις απορρίπτω. Βρίσκω λεωφόρους και διαλέγω τα μονοπάτια. Αφού έτσι έμαθα, έτσι μεγάλωσα. Καμβάδες με ολοζώντανα ηλιοτρόπια βρίσκονται μπροστά στα μάτια μου. Και πλέον είναι και ο ήλιος. Αυτός που τόσο καιρό κρυβόταν ξαφνικά με τυφλώνει. Αυτός που τόσο καιρό περίμενα και τώρα δεν τον θέλω. Στο σπίτι το αδειανό η ησυχία γεμίζει το κενό μου. Κάπου στο βάθος του διαδρόμου θα βρίσκεται η πόρτα του παραδείσου. Δεν την ανοίγω ακόμα. Προτιμώ να περιμένω. Και στην αναμονή μου αυτή, θα οραματιστώ κάτι καλύτερο, κάτι νέο, κάτι που θα γεμίζει την ψυχή μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου