Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Αίμα




"... Θα βρεις λοιπόν φίλε αναγνώστη, στις σελίδες ετούτες την κόκκινη γραμμή, καμωμένη από στάλες αίμα μου, που σημαδεύει την πορεία μου ανάμεσα στους ανθρώπους, στα πάθη και στις ιδέες.."

Ν. Καζαντζάκης




Οι σκέψεις χοροπηδούν καθώς το αίμα στάζει από παντού, δεν ξέρουν που να πάνε και που να κρυφτούν. Παιδιά πληγωμένων ονείρων είναι οι υπάρξεις μας. Η οργή ακατάπαυστη σαλεύει μέσα στα σκοτάδια του κόσμου τους. Δυο μάτια βουρκωμένα αγναντεύουν τις πύλες άλλων κόσμων. Μέσα σε ένα ψέμα θα προτιμήσουν να ζουν από εδώ και πέρα. Και τούτη εδώ η Γη ποτισμένη από το αίμα των ανθρώπων, ακόμα δεν έπαψε να θρηνεί τα παιδιά της.Από τον Πειραιά, μέχρι τη Λαμπεντούζα, από την Αθήνα μέχρι το ερημικό Αφγανιστάν, από την Κούβα μέχρι τα βρώμικα στενά σοκάκια της πολυπληθούς Κίνας ο χορός του αίματος ψάχνει να βρει το ταίρι του. Ποιος κύκλος άνοιξε και δε λέει να κλείσει; Ποια φαντάσματα κυκλοφορούν ξανά ανάμεσα μας; Ποιο σκοτάδι αναδύθηκε ξανά από τα έγκατα της γης; Πάνω ψηλά στα πολυθρύλητα βουνά μορφές πλασμένες από σωματίδια αέρα αγναντεύουν. Άλλες υπάρχουν ακόμα μέσα σε αυτό που άλλοι ονομάζουν ζωή. Άλλες έχουν μέσα τους τη ζωή και τη σάρκα τους βυθισμένη στο χώμα. Τι σημασία έχει το όνομα; Θα μπορούσε να είναι Αλέξης, Παύλος, Μαλάλα ή χιλιάδες ανώνυμοι πνιγμένοι. Ή πάλι κάποιοι δολοφονημένοι, νεκρά μωρά, νεκρές μανάδες, που μία στιγμή ορυμαγδού βομβών ή μια ριπή -ανέμου ή όπλου αλήθεια;- τους στέρησε τη δυνατότητα να φαντάζονται ένα καλύτερο μέλλον. Το αίμα δεν έχει πατρίδα. Όπως τα διαβατάρικα πουλιά που σήμερα βρίσκονται εδώ και αύριο εκεί χωρίς των υπολογισμό συνόρων, κακουχιών, αποστάσεων και πατρίδων έτσι και το αίμα, το νωπό πορφυρό αίμα, δεν έχει στάσεις. Δεν έχει ελέγχους. Δεν έχει σημαίες να ποτίσει. Το αίμα είναι παντού αίμα. Με τέτοιο έχει ποτιστεί ολάκερη η Γη σε εποχές ατέλειωτης παρακμής. Το αίμα συνεχώς κυλάει. Μεταλλάσσεται, εξελίσσεται, ζει, ονειρεύεται, πονάει, σχεδιάζει, δημιουργεί, θέλει, πιστεύει, αγαπάει, λατρεύει. Ποτέ όμως δεν χάνεται. Σε μια ατέρμονη ροή, το αίμα παραμένει αίμα. Χιλιάδες τα ποτισμένα από αυτό μάτια που φωτίζουν ένα μέλλον. Καλύτερο ή χειρότερο είναι επιλογή όλων. Το αίμα όμως πάντα χαράζει το δρόμο.

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

Βαβέλ

Γλώσσες και κουλτούρες μπλεγμένες, σαν χέρια μπλεγμένα με πόδια. Ο φόβος που κυριαρχεί, ανθρώπινο συναίσθημα πόνου χαμένου σε όρη σε λίμνες, σε ποτάμια χωρίς έλεος, χωρίς τέλος, καταστρέφονται όλα γύρω σου, μπλεγμένα, μπερδεμένα σαν την Γκερνίκα ενός Πικάσο, χαμένα σε τέλμα όλα οδεύουν. Περίεργη  σκέψη, φτερωτό το μυαλό και μέσα εκεί μια Παναγιά που θηλάζει τα παιδιά της. Σε ελπίδες φωτός χαμένες ζωές, ξεχασμένες στα χαλάσματα και στα ερείπια νέων κόσμων κομμένα κεφάλια, ξεκοιλιασμένα παιδιά και όνειρα χαμένα σε δύο διαφορετικές ζωές που ψάχνουν ένα νόημα να βρουν σε διαστάσεις ξεχασμένων Παραδείσων. Ούριος ο άνεμος που φυσά καθώς ο ήχος  του βιολιού σαλπίζει στο μυαλό σου και  βρίσκεσαι ξεχασμένος, μπερδεμένος πνιγμένος καθώς δεν ξέρεις αν αυτό είναι το πρέπον γι' αυτούς το σωστό για σένα. Διχασμένοι, χωρισμένοι κόσμοι όπως τα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου πολιτισμός για γέλια εδώ ποιος ξέρει αν είναι το ίδιο και από εκεί. Είναι η άλλη πλευρά η χαμένη η αδιάβατη η σκοτεινή που ανθρώπου μάτι δεν έχει δει δεν την έχει πλανέψει ο άνεμος και κανείς δεν ξέρει για αυτήν προς τα που πάει. Μέσα σε στοιχειωμένα σοκάκια, οι λάσπες των δρόμων  λαμβάνουν την όρεξη του πουθενά για το μέλλον. Τα ποντίκια γρυλίζουν και βρίσκονται σε θέσεις μάχης. Στον κυκεώνα των στιγμών και στις λέξεις του απείρου τριγυρνούν τα λιοντάρια. Οι σκέψεις οι λεύτερες και οι λυπητερές αδειάζουν το μυαλό σου. Πάντα εκεί, στο τέρμα των ματιών στο φως και στη στιγμή του ονείρου. Χάνονται όλα για να χτιστεί το νέο. Διαλύονται τα πάντα για να οικοδομηθούν περισσότερα. Βρίσκεται το μέλλον με οδηγό το γκρίζο παρελθόν. Χωρίς την ελπίδα, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς βεβαιότητες. Σε άλλες γλώσσες, άλλους τόπους, άλλους καιρούς.

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

Φθινόπωρο

Ποτέ δε γνώρισες όσα ήθελες να μάθεις. Πάντοτε γύρευες πλάνες αλήθειες. Με αιθέριες μουσικές σε βροχερές ημέρες ανακάλυπτες την τραγικότητα της ύπαρξης σου. Βλέποντας γύρω σου το απόλυτο κενό απογοητευόσουν για όλα όσα βίωνες. Γρήγορος ο ρυθμός και πλανερή η μοίρα. Απ' τα σημάδια των καιρών πάσχιζες να καταλάβεις όσα πίστευες ότι μπορούσες να νιώσεις. Πολλοί σου είπαν τον τρόπο σου ν' αλλάξεις. Αρεστός να γίνεις στους ασήμαντους. Το φθινόπωρο σου βαστούσε χρόνια. Κι όλο περίμενες να έρθει ο χειμώνας για να σου φέρει την άνοιξη. Ξέρεις τώρα πως πλανιόσουν οικτρά. Γιατί την άνοιξη μόνος σου τη δημιουργείς. Στο ρυθμό της κιθάρας λίκνιζες το κορμί σου, παρατηρώντας τους άλλους να χάνονται στην ασημαντότητα της δήθεν ύπαρξης τους. Η απόφαση είχε παρθεί μα το φθινόπωρο δεν έλεγε να φύγει. Ήξερες πως κάτι σε βάραινε και θα 'πρεπε να το αφήσεις πίσω αν ήθελες να προχωρήσεις. Και πίστευες πως δε μπορούσες, εσύ που τόσα είχες πετύχει. Πίστευες πως ποτέ δεν θα τα κατάφερνες τον εαυτό σου να λυτρώσεις. Και με τρεις λέξεις μαγικές προσπάθησες τα ξόρκια να λύσεις. Εγώ δε φοβάμαι, έλεγες. Και ξαφνικά το θαύμα άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Τα φύλλα του γερασμένου δέντρου άρχισαν να κιτρινίζουν. Το φθινόπωρο βάθαινε, προμήνυε το τέλος του. Και για πρώτη φορά πρόσεξες πως λάμπουν τ' αστέρια στο νυχτερινό ουρανό. Και η απαλή βροχή χάιδευε πλέον ,αντί να μαστιγώνει όπως παλιά, το πρόσωπο σου. Και μια μέρα ηλιόλουστη κατάλαβες πως το φθινόπωρο είχε φύγει. Δεν ήξερες αν ήταν ψέμα ή αλήθεια, μα αποφάσισες να το χαρείς και να το ζήσεις. Κι έτσι περνούσε ο καιρός. Έτσι περνούσαν τα χρόνια. Και το φθινόπωρο άρχισε να σου λείπει. Άρχισες να νοσταλγείς τις στιγμές που βίωνες τότε. Και ένα δάκρυ, όπως άλλοτε οι σταγόνες τη βροχής, πότισε το μάγουλό σου. Γιατί είχες ερωτευτεί το φθινόπωρο σου. Και όταν το έχασες για πάντα κατάλαβες τι άφησες να φύγει. Και τώρα πια μιλάς στους μικρότερους και δασκαλεύοντας τους λες με τη γνώση του χρόνου σου, με το βάθος των ματιών σου: Αγάπα την κάθε εποχή σου και μη την αφήνεις να φύγει. Όσο σκληρή, όσο δύσκολη και να φαντάζει πάντα κάτι έχει να σου δώσει. Μα ένα μόνο πράγμα ποτέ σου μην ξεχάσεις. Πως για να έρθει η άνοιξη πρέπει πρώτα να περάσει το φθινόπωρο και ο χειμώνας. Γι' αυτό μην αφήνεις το χρόνο να περνά. Μην αφήνεις το χρυσάφι σου να φεύγει απ' τα χέρια σου. Μην αφήνεις τον κόσμο σου στα χέρια τους.

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

Ηλιαχτίδα

Ο ήλιος ολόλαμπρος ακουμπάει στο περβάζι του παραθύρου τις κουρασμένες του ακτίνες.  Μια στιγμή ξεκούρασης και γι αυτόν μετά από το δύσκολο ταξίδι. Μικρές σκέψεις, ασήμαντες στιγμές, στριφογυρίζουν στο μυαλό σου. Έτοιμος πάλι για ταξίδια του νου και της ψυχής ακουμπισμένος στην πλώρη του πλοίου. Ποιος γνωρίζει τον προορισμό της ψυχής και ποιος ζητά να μάθει την απαρχή των ονείρων; Ιδανικές ημέρες ξεκινούν χαμένες σε τρομερές στιγμές του παρελθόντος. Αυτά που ήξερες πλέον έχουν αλλάξει και νέες εμπειρίες προσμένουν να τις γευτείς. Στο ταξίδι αυτό ξέχνα όσα έμαθες. Εδώ προορισμός δεν είναι η ύλη, είναι ο νους και η καρδιά. Ξέρω ανόητα και ασήμαντα τούτα όλα μοιάζουν και ψάχνεις, συνέχεια ψάχνεις,  να ορίσεις μια στιγμή σαν σημείο αναφοράς για να ξαναγίνεις αυτό που θα πρεπε να είσαι από την αρχή. Φωνές μικρών παιδιών γυρνάνε στο κεφάλι σου. Παιδικά παιχνίδια και έρωτες πλανεύουν το μυαλό σου. Μη φοβηθείς, μην κάνεις πίσω. Τα όνειρα σου όλα τώρα σε φωνάζουν. Μην ξεγελαστείς στο δρόμο σου και χάσεις την ψυχή σου. Αν κάτι θέλεις ν' αφήσεις πίσω άσε το εγώ σου. Βαρίδι στο ταξίδι σου είναι έτσι κι αλλιώς και χάνεις το σκοπό σου. Κι αν τέρατα πολλά θα δεις και αίμα να κυλάει, εσύ μη σκιάζεσαι απλά το δρόμο σου συνέχισε. Τότε είναι που τ' αστέρια θα αντικαταστήσουν το φως του ήλιου και οι χαμένες μέρες σου θα αποκτήσουν νόημα. Δε το χες καταλάβει πως έπρεπε να περάσεις από την κόλαση για να βρεις τον παράδεισο; Τώρα λοιπόν που τό μαθες κι αυτό απάντα στον ποιητή σου. Και πες του στο δικό σου αιώνα εσύ τι βλέπεις. Ξέρω είναι δύσκολο να περιγράψεις το χάος με λόγια. Αλήθεια ξέρω. Βρες όμως τη δύναμη και κάνε τη σκέψη σου πραγματικότητα. Ακολούθησε το δρόμο σου και γέμισε την καρδιά σου. Γέμισε εμπειρίες και νόημα τη ζωή σου. Και έτσι πιο άνθρωπος και γεμάτος γνώσεις δίδαξε το δρόμο σου σε νέους τόπους. Γίνε αυτό που είσαι, ξαναγίνε ο εαυτός σου. Ξέρω πως το θες και ξέρεις πως μπορείς. Και γίνε εσύ ο εξόριστος εκείνος ποιητής...

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Είναι που θέλουμε...

Είναι που τα 'χεις όλα μαζεμένα. Τις σκόρπιες σκέψεις σου, τις ιαχές του πλήθους και τους φόβους σου. Είναι που έχεις συνηθίσει να γιορτάζεις μέσα στις λύπες σου και την ασχήμια να τη βλέπεις όμορφη. Είναι οι μικρές στιγμές της ύπαρξης σου που διαιωνίζουν το εγώ σου. Κουκκίδες πάνω στο χαρτί μοιάζουν τα γραπτά σου. Μα είναι που δε θες το ψέμα και πιστεύεις στην αλήθεια. Μικρό παιδί ακόμα ήσουν και τα παραμύθια τα αμφισβητούσες. Είναι που ξέρεις πως με τη θέληση σου αυτός ο κόσμος κάποτε θ' αλλάξει και που δεν πιστεύεις όσα οι άλλοι σου προστάζουν για οδηγούς. Είναι που θες να χάσεις το εγώ σου για να βρεις τον εαυτό σου. Σε πόλεις μακρινές θέλεις να τριγυρίσεις και νέους δρόμους για την καρδιά σου να φτιάξεις. Το τέλος κανένας δε το ξέρει όμως για σένα το μόνο που μετράει είναι το ταξίδι. Είναι βλέπεις που θες να χαθείς από τα περασμένα και να κερδίσεις τα χρόνια που χάρισες στο φόβο. Και τώρα μέσα από τα γραφόμενα βρήκες το γιατρικό σου και είναι αυτό που θες να κάνεις ριζικό σου. Ταξίδια μακρινά, όσο πιο μακρινά, είναι που θες να γευτείς. Του κόσμου τα πεζοδρόμια,τους δρόμους, τις πλατείες να ρουφήξεις ηδονικά με το βλέμμα σου. Είναι που ξάφνου θέλησες να βρεις τον εαυτό σου.  Κάποιον που νόμιζες πως ήξερες μα τώρα τον μαθαίνεις. Είναι που θες τον κόσμο σου ν' αλλάξεις. Μάθε όμως τούτο: Δύσβατος ο δρόμος της καρδιάς κι επιστροφή δεν έχει. Μα είναι -είπαμε- πως θέλουμε να βρούμε τους εαυτούς μας. Είναι αυτό που είπαμε, να ξαναγίνουμε Άνθρωποι.

Κυριακή 18 Αυγούστου 2013

Φεγγάρι

Κοιτάζω εσένα φεγγάρι μου και μαζί σου ταξιδεύω σε καιρούς μελλούμενους, σε θύμησες του παρελθόντος. Πόσα έχεις δει και πόσα ακόμα θα δεις και θα γεμίσει η ψυχή μου. Στον έναστρο ουρανό είσαι ο βασιλιάς που βλέπεις τη ζωή μου. Πες μου λοιπόν για όσα έκανα, αν έπραξα σωστά και για όλα τα ερχόμενα πως να βρω την άκρη. Στου δωματίου τις γωνιές, ασημοστόλιστες απ' το φως σου, διάφορες παιχνιδιάρικες σκιές χαράζουν νέους κόσμους. Μα όσα και να είδες μη τα φανερώσεις, τα μυστικά και τις αλήθειες μου στο φως να μην τα δώσεις. Ας μείνουν εκεί που βρίσκονται κρυμμένα μες το φως σου και τα όνειρα τα παιδικά θα εμφανιστούν εμπρός σου. Και αν βρήκες και συ το δρόμο σου χάραξε και τον δικό μου, μα εγώ δε θα αφεθώ αυτό ειν' το ριζικό μου. Εγώ το δρόμο της καρδιάς θα πάρω για οδηγό μου και κάτω απ' το δικό σου φως θα πνίγω το εγώ μου. Και όσα είδες πια εσύ μέσα στους αιώνες, σκόνη και ερείπια έγιναν και φτιάχνεις νέες εικόνες. Για όσα θα έρθουν και θα είναι τα καλύτερα ζήτησα απ' το μέλλον να έρθει μια ώρα αρχύτερα. Πόσοι ερωτευμένοι λούστηκαν με το φως σου και πόσοι όρκοι δόθηκαν επάνω στ' όνομα σου; Είδες πολλά και άκουσες άλλα τόσα. Ψεύτικες υποσχέσεις και κάλπικες αλήθειες. Φιλίες που διαλύθηκαν και όνειρα που σβήσαν κάτω από το βλέμμα σου όλα ξαφνικά σιωπήσαν. Κι ήρθε μια μέρα που κι εγώ που σε λατρεύω τόσο είπα το λόγο μου να πω κι έτσι να ξεχρεώσω. Μα στην πορεία μου δε χωράει βοήθεια και μόνος μου ζητάω να βρω την όποια αλήθεια. Με της καρδιάς τη δύναμη και οδηγό το φως σου, θα τριγυρίσω τη ζωή και ότι βρω θα ειν' δικό σου. Και αν στο τέλος νικηθώ και τίποτα δεν πετύχει τίποτα δεν θα χω να σου πω, πως άφησα στην τύχη. Δε θα μετανιώσω, τ' όνειρο δε θα προδώσω και σένα το φεγγάρι μου θα 'ρθω να ανταμώσω.

Σάββατο 3 Αυγούστου 2013

Ελπίδα


Πριν από καιρούς πολλούς ήρθε στη γη ένα παιδί. Στα γεννοφάσκια του δεν γέλαγαν μα έκλαιγαν οι άνθρωποι. Τον κόσμο θ' άλλαζε λέγαν οι θρύλοι τούτο το παιδί και οι τρανοί ολάκερης της γης ζώστηκαν την πανοπλία του μίσους. Και το παιδί μεγάλωνε σαν το δέντρο που γεμίζει καρπούς και όλο έλεγε πως αυτός ο κόσμος είναι πικρός και άδικος και χρειάζεται αλλαγή. Ξεκίνησε λοιπόν το ταξίδι του στη ζωή περιδιαβαίνοντας σε διάφορους τόπους, γνωρίζοντας ανθρώπους και μιλώντας με τα δέντρα και τα πουλιά. Όμως όσο προχωρούσε τόσο γερνούσε. Και έτσι μετά από δύο χρόνια έμοιαζε ήδη σαν να ήταν εβδομήντα χρονών. Τι να 'ταν αυτό που τον γέρασε έτσι ξαφνικά; Αυτό αναρωτιόνταν όλοι όσοι τον γνώρισαν και μάθαιναν την πραγματική του ηλικία. Το παιδί μέσα του ήξερε. Όμως το μυστικό του αυτό το κράταγε κρυμμένο. Και συνέχιζε το ταξίδι του. Περνώντας λοιπόν από μια χώρα που τα ποτάμια δεν κυλούσαν πια, έμαθε για ένα σοφό γέρο που είχε ζήσει αμέτρητα χρόνια και κανείς δεν ήξερε την πραγματική του ηλικία. Έψαξε λοιπόν να τον βρει και να μιλήσει μαζί του. Έτσι και έγινε και ξάφνου το παιδί βρέθηκε μπροστά στο σεβαστό γέροντα. Παρ' όλο που τους χώριζαν αιώνες ζωής, η όψη τους ήταν ίδια.
Τότε ο γέροντας μίλησε:
-Παιδί μου τι γυρεύεις; Γιατί δε γυρνάς στον τόπο σου;
- Γέροντα αποφάσισα να γυρίσω τον κόσμο. Και αποφάσισα να τον αλλάξω. Γιατί είναι άδικος και σκληρός και δεν έχει την αγάπη και την ελευθερία μέσα του.
-Μην πλανάσαι αγόρι μου.Χειμώνες αμέτρητους είδαν τα μάτια μου, μα άνθρωπο ν' αλλάζει δεν αντίκρισα.
- Με όλο το σεβασμό γέροντα. Κανείς δεν άλλαξε, γιατί κανείς δεν το θέλησε.
Ένα δάκρυ κύλησε τότε στα ρυτιδιασμένα μάγουλα του γέροντα και αποκρινόμενος στο γερασμένο παιδί είπε:
-Καλό ταξίδι γιε μου.
Το παιδί συνέχισε το δρόμο του και μια μέρα εκεί που βρισκόταν δίπλα σε μια λίμνη είδε τη στιγμή που ένα λουλούδι άνθισε. Και αποφάσισε πως ήταν καιρός να επιστρέψει στον τόπο του μιας και έστω μια μικρή αλλαγή είχε συντελεστεί. Γυρνώντας στα μέρη όπου μεγάλωσε διαπίστωσε ότι το γερασμένο δέρμα του και τα άσπρα του μαλλιά άρχισαν να εξαφανίζονται και να παίρνουν ξανά την όψη που θα έπρεπε να έχει ένα παιδί της ηλικίας του. Έτσι φτάνοντας στο χωριό του δεν ήταν παρά ένα ακόμα παιδί ανάμεσα στα άλλα. Αμέσως οι χωριανοί έπεσαν πάνω του να το ρωτήσουν τι είδε στο ταξίδι του και αν κατάφερε τελικά να αλλάξει τον κόσμο. Και τότε το παιδί τους απάντησε:
Είδα πολλούς ανθρώπους και πολλά μέρη. Όσο για το αν άλλαξα τον κόσμο; Ένα μόνο θα σας πω:
Είδα ένα λουλούδι να ανθίζει.